Greek Armenian English French German Italian Russian Spanish

bg-banner-kerkyra1


Υπάρχουν κάποια άνθρωποι που αθέατα και καθημερινά συμβάλουν στη διαμόρφωση της καθημερινότητας. Τους έχουν δοθεί πολλά ονόματα κατά καιρούς. Ο Ηλίας Πετρόπουλος ανέδειξε τη γνησιότητα και πρωτοτυπία του υπόκοσμου της εποχής του (κι όχι μόνο) και το πώς αυτός γονιμοποιεί μακροπρόθεσμα την κουλτούρα. Ο Γάλλος Μεσαιωνολόγος Jacque Le Goff μελετώντας την περιθωριακότητα του δυτικού χριστιανισμού δημιουργεί κατηγορίες: απορριγμένοι, περιπλανώμενοι, ξένοι, αιρετικοί, αυτόχειρες, ξεπεσμένοι, άρρωστοι, ανάπηροι, νόθοι, ηλικιωμένοι, ψυχασθενείς, ζητιάνοι, τοκογλύφοι, αλλά και τέρατα και εξωγήινοι ως αντιπρόσωποι των φανταστικών περιθωριακών (ιδιαίτερα σημαντική άποψη για το θέμα του αλλόκοσμου και πως διαμορφώνεται αυτός. σε κάθε εποχή). Ο Μichel Foucault θα μίλαγε για τους Μη  Κανονικούς.

Θυμάμαι από μικρός άκουγα, έβλεπα και μάθαινα για αντίστοιχες περιπτώσεις στην πόλη της Κέρκυρας. Υπήρχε ένας ιδιόμορφος σεβασμός απέναντι τους, ακόμα και το πείραγμα είχε μορφή τελετής, και θα έλεγα ότι αποτελούσαν μέρος κάποιας αθέατης διαδικασίας ομοιόστασης της κοινωνικής πραγματικότητας. Όχι πάντως στα σύγχρονα κτίρια και στους αυτοκινητόδρομους όπου δεν υπάρχει ιστορία και μνήμη. Σε καντούνια, στενά, ερείπια, παλιές εκκλησίες, ψαράδικα κι όπου υπάρχει παρελθόν ανάγλυφο στην πρωινή υγρασία, εκεί θα κινηθούν. Έμαθα, μέσα στο χρόνο, μερικά ονόματα αυτών : 'Τσίτος, Γιώη  Λού , Μπουμ-Μπάμ, Παπούτσης, Σπύρος και Νιόνιος,Ντόβουλος,Μόμολος,Μάνθος,Βερβιτσιότης,τα Μοντελάκια' κτλ.

Θα αναφερθώ στη Λουτσίντα επειδή τη θυμάμαι καλύτερα απ όλους αυτούς κι επειδή μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση όταν την έβλεπα μικρότερος να περνά μπροστά από την παλαιά Φιλαρμονική. Πέρα από τις δύο φωτογραφίες που βρήκα, εντόπισα και μια πολύ χαρακτηριστική λογοτεχνική περιγραφή που την παραθέτω παρακάτω.


''Απο το βιβλίο της  Λιάνας Βραχλιώτη - Μπλέ ποδιές, άσπρες κορδέλες''

''Να, εκεί κάτω από τα βόλτα, στη γνωστή της θέση, όπως πάντα μόνη της, η Λουτσίντα. Γι αυτήν κάθε μέρα είναι καρναβάλι, με τα δικά της στερεότυπα ντυσίματος και μακιγιάζ.

  Κάθεται με το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο, κάτω από την κόκκινη βερμούδα της οι ακάλυπτες γάμπες της, στα πόδια πολύχρωμα σοσόνια και σπορτέξ. Τα τοξωτά φρύδια της, ξεκινούν από την άκρη του αυτιού της και διαγράφοντας καμπύλη που πιάνει το μεγαλύτερο μέρος του μισού μετώπου, καταλήγουν στην άκρη της μύτης της. Στο ίδιο χρώμα με τα φρύδια και η ελιά στο μάγουλο.

    Τα μαλλιά της, μαύρα και γυαλισμένα, φίσκα στη μπριγιαντίνη, βγαίνουν από το κίτρινο μαντήλι που σφίγγει σφιχτά γύρω – γύρω το κεφάλι της σε πειρατικό στυλ και σχηματίζουν σαλιγκαράκια κολλημένα στο μέτωπο πάνω από τα τοξωτά φρύδια και τα κατακόκκινα μάγουλα. Το κραγιόν στα χείλη κόκκινο κι αυτό, στην ίδια ακριβώς απόχρωση με τα μάγουλα και τα νύχια του χεριού, έρχεται και κάνει δυο λοφάκια στη μέση του άνω χείλους που φτάνουν στις παρυφές των ρινικών κογχών.

        Το τσιγάρο της πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα χείλη της, ακολουθώντας τη διαδρομή τραπέζι – στόμα και σε κάθε ανεβοκατέβασμα του χεριού της, οι σειρές τα βραχιόλια κουδουνίζουν ρυθμικά, ακολουθώντας την πορεία της βαρύτητας και πέφτουν μια στον αγκώνα και μια στην παλάμη.

        Πάνω από την κόκκινη βερμούδα, ένα ναυτικό μπλουζάκι με οριζόντιες άσπρες – μπλε ρίγες και τον ορθογώνιο γιακά του να καλύπτει τους ώμους και την πλάτη της, και το κόκκινο μαντηλάκι της, γύρω από το σουρωμένο λαιμό της, να δένει σε κόμπο μπροστά, πάνω από το στήθος της.

        Τα κορίτσια την πλησιάζουν και κάνουν ένα ημικύκλιο γύρω από το τραπέζι της.

-       Γεια σου Λουτσίντα. Σήμερα είναι καρναβάλι, πως και δε μασκαρεύτηκες, να βάλεις κάνα ταγιεράκι μέρες που είναι;

-       Γεια σου και σένα ομορφόπαιδο.

Αντιγυρνάει το πείραγμα ετοιμόλογα.

-       Εμένα το καρναβάλι μου ξέφυγε, εσάς είναι στην παρέα σας κανένας κοτσονάτος άντρακλας να του δείξω το κρεβάτι μου;

-       Α ρε αθάνατη Λουτσίντα, χίλια χρόνια να ζήσεις! Η τσιτσιμπύρα σου κέρασμα από εμάς.

-       Ευχαριστώ λεβέντη μου, να’ σαι καλά. Ώρα τώρα να πηγαίνω κι εγώ. Άντε γεια σας και του χρόνου.

  Σηκώνεται. Περνάει το ταγάρι της διαγώνια στον ώμο της και διασχίζει το Λιστόν, μέσα σε φουρτούνα οχτώ μποφόρ, ο κορμός της να γέρνει μια δεξιά και μια αριστερά και τα άπειρα κολιέ της που φτάνουν ως τη μέση της, να αιωρούνται κατακόρυφα ακολουθώντας τη διεύθυνση της βαρύτητας, μη δυνάμενα να ακολουθήσουν την περίπλοκη ταλάντωση του κορμιού της.

Νίκος Δημήτριος Μάμαλος


Share