Το πλήρες Σύνταγμα της Επτανήσου Πολιτείας του 1803 (νέα μετάφραση του Αριστοτέλη Κοσκινά). Τα 212 συν ένα Πρόσθετο άρθρα, εμπλουτισμένα με 100 σχόλια, και το σύνολο των υπογραφών των Αντιπροσώπων της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης της Επτανήσου. 


ΣΥΝΤΑΓΜΑ


ΤΙΤΛΟΣ 1. – Μορφή, Είδος και Θεμέλιο της Πολιτείας

1. Η Πολιτεία των Επτά Ενωμένων Νήσων είναι ενιαία και αριστοκρατική.[σ1]

[σ1] Το «αριστοκρατική» (που υιοθετεί και η μετάφραση του 1804) αποδίδει ακριβώς το πρωτότυπο: “aristocratica”. Η μετάφραση του 2008 αποδίδει, όχι χωρίς εύλογο σκεπτικό: «αξιοκρατική».  

2. Το πολιτικό δικαίωμα της διακυβέρνησης εναπόκειται στην ολότητα της Συνταγματικής Ευγένειας.

3. Η Πολιτεία απαρτίζεται από το σύνολο των Νήσων, μεγάλες ή μικρές, κατοικημένες ή ακατοίκητες, που συνιστούσαν μέρη του Βενετικού Κράτους και κείνται έναντι των ακτών του Μωρηά και της Αλβανίας.[σ2] Οι πρώτιστες Επτά,[σ3] Κέρκυρα, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, Αγία Μαύρα, Κύθηρα, Ιθάκη, και Παξοί, έχουν δικαίωμα στη Συνταγματική Ευγένεια. 
Οι άλλες, νοούνται εθιμικά και δικαιικά ενσωματωμένες στις Νήσους στις οποίες κατά νόμο εντάσσονται.


[σ2] “[…] alle coste della Morea e dell’ Albania”: «Αλβανία» αποκαλείται κατά διεθνή ορολογία χωρίς εθνολογικά συμφραζόμενα η διακεκριμένη από τη Πελοπόννησο δυτική ακτή της Στερεάς και της Ηπείρου. Όριο προς βορρά το Ακροκεραύνιο ακρωτήριο: η Επτάνησος Πολιτεία εκτείνεται κυριαρχικά ως τη νησίδα Σάσωνα, στη μπούκα του Κόλπου του Αυλώνα. Κληρονομεί τα νότια εδάφη της Βενετικής Πολιτείας, που διχοτομείται στον Κόλπο του Καττάρο: η διαίρεση ακολουθεί την αρχαιότατη οριογραμμή του Δυτικού και Ανατολικού Ρωμαϊκού Ιμπέριουμ. 
[σ3] Η καθιέρωση ισότιμου στάτους για επτά νησιά (έναντι των 4: Κέρκυρα, Λευκάδα, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος) υιοθετείται με τη σύσταση της «Επτανήσου» Πολιτείας το 1800. Πρόκειται για συμβολικό εύρημα, που παραπέμπει στον ιερό αριθμό των 7 λόφων της Ρώμης, «επαναχωροθετημένων» στη Νέα Ρώμη, Κωνσταντινούπολη. Καθώς το πρώτο Σύνταγμα της Πολιτείας επικυρώνεται το 1800 στη Κωνσταντινούπολη και ονομάζεται «Βυζαντινό», το νόημα των συμβολισμών μοιάζει να παραπέμπει στην αναβίωση της Αυτοκρατορίας. 
Σημειωτέον ότι η Βενετία, στη πρώιμη, «βυζαντινή» εποχή της, αναφέρεται χωρισμένη σε «επτά νήσους».
Σημειωτέον, ομοίως, ότι το Σύνταγμα του 1803 υποδιαιρείται σε 7 «Τίτλους».      


4. Επικρατούσα θρησκεία του Κράτους είναι η Ελληνορθόδοξη. Η Ρωμαιοκαθολική θρησκεία είναι αναγνωρισμένη και προστατευόμενη. Οποιαδήποτε άλλη λατρεία είναι ανεκτή. 
Οργανικός Νόμος ρυθμίζει τη συγκρότηση του Ελληνικού και Λατινικού κλήρου στην Επικράτεια, και νοείται συσσωματωμένος στο παρόν Σύνταγμα. Νόμος ορίζει τα προνόμια του Εβραϊκού Έθνους που είναι εγκατεστημένο στο Κράτος.


5. Τίτλοι Οίκων και ατόμων που συγκροτούσαν τις ανά τις Νήσους τάξεις Ευγενών έως και το μήνα Ιούλιο του έτους 1803, διατηρούνται σε ισχύ υπέρ των ιδίων και των νομίμων κατιόντων τους. Μόνος τέτοιος τίτλος δεν θεμελιώνει δικαίωμα στη Συνταγματική Ευγένεια, αλλά αρκεί για τη πιστοποίηση της ιθαγένειας γεννηθέντων εκτός Επτανήσου. Προς απόδοση της ιθαγένειας τηρείται κατάλογος των τάξει Ευγενών σε ειδικό μητρώο.

6. Εν ενεργεία Συνταγματικοί Ευγενείς είναι και δύνανται να καταστούν (κατά διαδοχή απεριόριστα για τους νόμιμους απόγονούς τους, άγαμους, έγγαμους, ή εισερχόμενους στον Οίκο δια γάμου)[σ4] όσοι είναι εγγεγραμμένοι ή θα εγγραφούν στο Πολιτικό Μητρώο[σ5] της Νήσου στην οποία υπάγονται, και διαθέτουν ή αποκτούν και πάντως διατηρούν σωρρευτικά τα ακόλουθα προαπαιτούμενα:
(1) Την Επτανησιακή ιθαγένεια. 
(2) Τη γέννησή τους εντός νόμιμου γάμου είτε την αναγνώρισή τους από χριστιανό πατέρα, και τη χριστιανική ομολογία των ιδίων.
(3) Ετήσιο ρευστό εισόδημα, έγγεια πρόσοδο από αιτία κυριότητας είτε επικαρπίας, ή εισόδημα προερχόμενο από μόνιμο μεταποιητικό επιτήδευμα, ή από προσοδοφόρο εμπορικό οίκο, το οποίο σε Επτανησιακά δουκάτα, υπολογιζόμενα κατά έξι λίρες το ένα, καθορίζεται στα ακόλουθα τιμήματα[σ6] για τους υπό εγγραφή στην ενεργό Ευγένεια ανά Νήσο: 1.800 δουκάτα για τη Κέρκυρα – 675 για τη Κεφαλληνία – 1.350 για τη Ζάκυνθο – 540 για την Αγία Μαύρα – 225 για τα Κύθηρα – 350 για την Ιθάκη – 540 για τους Παξούς.
(4) Να μην ασκούν αυτοπροσώπως βάναυση τέχνη ή χειρονακτικό επιτήδευμα. 
(5) Να μην διατηρούν αυτοπροσώπως κατάστημα. 
(6) Να διάγουν απαρέγκλιτα βίο ευαγή, και να γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση σε μία από τις 2 γλώσσες σε χρήση στη διακυβέρνηση.
(7)Να μην έχουν καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα που επάγονται σωματικές ή ατιμωτικές ποινές. 
(8) Να μην έχουν χρεωκοπήσει δόλια ή πλουτίσει από τη δόλια χρεωκοπία άλλου.[σ7]  
(9) Να μην είναι χρεώστες του Δημόσιου Ταμείου. 
Οργανικός νόμος που νοείται συσσωματωμένος στο παρόν Σύνταγμα, προταθείς και εγκριθείς ομόφωνα, διακανονίζει τη νόμιμη πιστοποίηση ενός εκάστου των παραπάνω προαπαιτούμενων, και θεσμοθετεί τις διαδικασίες αναγνώρισης, πιστοποίησης, αφαίρεσης ή αναστολής του πολιτικού δικαιώματος. 
 
[σ4] “[…] ed uniti in famiglia con altri membri della medesima”: εννοείται η περίπτωση γάμου θήλεως κληρονόμου του Οίκου με άρρενα εκτός αυτού και όχι με ενδογαμία. Σφαλερά μεταφράζεται το 2008: «όσους ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου με μέλη της ίδιας τους της οικογένειας». 
[σ5] “Registro civico”. Μεταφράζεται «Πολιτική Καταγραφή» το 1804, και εναλλακτικά «Μητρώο Ενεργών Πολιτών» ή «Επιχώριο Μητρώο Ενεργών Πολιτών» ή «Επιχώριο Πολιτικό Μητρώο» το 2008.   
[σ6] «Τίμημα» μεταφράζουμε το εισόδημα που θεμελιώνει πολιτικά δικαιώματα κατά το «τιμοκρατικό» πολίτευμα.   
[σ7] Εννοεί: να μην είναι παθητικοί συνεργοί (αποδέκτες περιουσιακών αγαθών) επί καταδολίευσης δανειστών. 


7. Η ακαδημαϊκή ιδιότητα σε εδραία ευρωπαϊκή Ακαδημία, δυνάμει της οποίας άτομο χαίρει της καθολικής εκτίμησης, και διαβιοί άνετα με τους καρπούς της εξάσκησης φιλολογικών ταλάντων, ή ελευθέριας τέχνης, εξισώνεται με το εισοδηματικό προαπαιτούμενο.

8. Χωριζόμενο από Οίκο της Ευγενείας[σ8] του οποίου αποτελούσε μέρος, άτομο το οποίο δεν διατηρεί το νόμιμο εισόδημα ή το ισοδύναμο κατ’ άρθρον 7 προαπαιτούμενο, χάνει το πολιτικό δικαίωμα που απήλαυε. Ο Οίκος διατηρεί εξακολουθητικά το πολιτικό δικαίωμα, εφόσον διατηρεί εξακολουθητικά το προαπαιτούμενο για τη θεμελίωσή του συνολικό εισόδημα.

[σ8] Η καθιέρωση αυτοτελούς (εκτός Οίκου – με τη σύσταση νέου Οίκου) δικαιώματος των νεώτερων Συνταγματικών Ευγενών, έχει προοδευτικό χαρακτήρα εφόσον συνιστά εξατομίκευση. Στη πράξη, αποτελεί τη πρώτη από σειρά ρυθμίσεων που ευνοούν τη σταδιοδρομία γόνων των ευγενών Οίκων, με πατέρες ήδη εμπλεκόμενους στη πολιτική. Τέτοια περίπτωση, ο νεαρός (27 ετών το 1803) κόντες Ιωάννης Καποδίστριας, που καταλαμβάνει το αξίωμα του Γραμματέα του Κράτους, ενώ ο πατέρας του Αντώνιος-Μαρία δεσπόζει στην Επτάνησο Πολιτεία.            
    
9. Το Σύνταγμα επικυρώνει τους τίτλους και την έκταση των φέουδων που κατέχονται υλικά.[σ9] Δεν προσκυρώνει δικαιώματα φεουδαλικής δικαιοδοσίας. 
Μόνη η κατοχή φεουδαλικών τίτλων και ιδιοκτησιών δεν πιστοποιεί την τάξει Ευγένεια.[σ10] Οι φεουδαλικές πρόσοδοι σταθμίζονται ισοδύναμα με τις μη φεουδαλικές για τη πρόσκτηση του πολιτικού δικαιώματος. Νόμος ορίζει τα προνόμια των φεουδαρχών και τα καθήκοντά τους έναντι του Κράτους.


[σ9] “[…] i titoli e la natura dei feudi attualmente posseduti”: η συγκεκριμένη ρύθμιση σαφώς ευνοεί, στα συμφραζόμενα του άρθρου 9, τη «διάδοχη κατάσταση» Αστών που έχουν καταλάβει με νομικές και υλικές πράξεις αρχαιότερα φέουδα.     
[σ10] Ρήτρα χαρακτηριστικά τιμοκρατική ή Αστική.


10. Ευγενής που υπάγεται σε ορισμένη Νήσο δικαιούται να ασκεί το πολιτικό δικαίωμα σε άλλη και να καταχωριστεί στο Πολιτικό Μητρώο εκείνης, ύστερα από νόμιμη διαμονή[σ11] στη δεύτερη νήσο αδιαλείπτως επί ένα έτος, και εφόσον διαθέτει το προαπαιτούμενο εισόδημα το καθορισμένο για τη δεύτερη, ή το κατ’ άρθρο 7 ισοδύναμο.

[σ11] “[…] dopo un anno continuo di domicilio”: μεταφράζουμε νόμιμη διαμονή με έμφαση στο νομικό χαρακτήρα του λατινικού “domicilium”.

11. Ευγενής εγγεγραμμένος σε περισσότερα Πολιτικά Μητρώα, δεν ασκεί το πολιτικό δικαίωμα παρά μόνο στη νήσο και για τη Νήσο στην οποία έχει γεννηθεί, ή σε εκείνη στην οποία κατά δήλωσή του στο Κολλέγιο των Τιμητών επιθυμεί να το ασκεί.

12. Ετερόχθονες μπορούν να πολιτογραφούνται και να προσκτώνται την Ενεργό Ευγένεια κατά τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους αυτόχθονες, 
(1) με τη νόμιμη διαμονή τους στην Επικράτεια αδιαλείπτως επί δέκα χρόνια, 
(2) με τη προσφορά αξιοσημείωτης υπηρεσίας στο Κράτος,
(3) με την εισαγωγή ενός ωφέλιμου επιτηδεύματος, έστω και χειρωνακτικού,
(4) με μια εξέχουσα βιομηχανική ή εμπορική επιχείρηση.[σ12]


[σ12] “Per un insigne stabilimento d’ industria o di commercio”: η Πολιτεία προάγει έτσι την ανάπτυξη του Δευτερογενούς Τομέα.   
  
13. Ετερόχθονες μπορούν, κατ’ άρθρο 12, να πολιτογραφούνται [και] μετά νόμιμη διαμονή στην Επικράτεια αδιαλείπτως επί πέντε έτη, 
(1) με ιδιαζόντως αξιόλογη κτηματική περιουσία ανά τις Νήσους, όπως δια νόμου ορίζεται,[σ13] 
(2) με μια εξαιρετική ικανότητα στις επιστήμες ή στις τέχνες, 
(3) με γάμο που συνάπτουν με Επτανήσια.


[σ13] Πρόκειται για ρύθμιση διαφορετικού αντικειμένου από τις αναφερόμενες στους (ανεπαρκείς χωρίς άλλο) προϋπάρχοντες φεουδαρχικούς τίτλους. Επιχειρείται η προσέλκυση «ετεροχθόνων» [ο όρος χρησιμοποιείται εδώ σε αντίστιξη με τη διαμάχη των μέσων του 19ου αιώνα στο Ελλαδικό Κράτος], κεφαλαιούχων με προοπτική επένδυσης στη γαιοκτησία.   

14. Με πρόταση των Τιμητών της Πολιτείας, το Νομοθετικό Σώμα επικυρώνει με πλειοψηφία των δύο τρίτων τα κατ’ άρθρα 12, 13 ορισθέντα προαπαιτούμενα. Δίχως αυτή τη νομοθετική πράξη, η συνδρομή των προαπαιτούμενων δεν συνεπάγεται τίτλο πολιτογράφησης.

15. Το Πολιτικό Μητρώο, δηλαδή ο Κατάλογος των Ευγενών ανά Νήσο, τηρείται από τα αρμόδια Πρυτανεία. Πιστό αντίγραφό του κρατούν οι Τοπικοί Τιμητές. 
Γενικό Μητρώο των Επτανησίων Ευγενών τηρείται από την Γερουσία. Πιστό αντίγραφό του κρατούν οι Τιμητές της Πολιτείας. 
Μόνοι οι εγγεγραμμένοι σε τούτα τα Μητρώα πολίτες δικαιούνται να συμμετέχουν στις αντίστοιχες γενικές συνελεύσεις των ευγενών, και είναι εκλέξιμοι στις συνταγματικές λειτουργίες. 
Νόμος ορίζει τα τηρούμενα σε τούτα τα Μητρώα στοιχεία.


16. Βάσει της ρύθμισης του κατ’ άρθρο 6 Οργανικού Νόμου, το Κολλέγιο των Τιμητών ανά Νήσο πιστοποιεί τη συνδρομή των προαπαιτουμένων για την αποδοχή στη Συνταγματική Ευγένεια, επαγρυπνεί για τη διατήρηση τούτων των προαπαιτουμένων, προσδιορίζει τις περιπτώσεις έκπτωσης, και κοινολογεί τις εισηγήσεις του κατά τη τυπική έναρξη κάθε Γενικής Συνέλευσης. 
Η Συνέλευση αποφαίνεται, και το Πρυτανείο εκτελεί καταχωρίζοντας στο Πολιτικό Μητρώο τις σχετικές επικυρωμένες εισηγήσεις.


17. Οποιοσδήποτε δυσανασχετεί με απόφαση της συνέλευσης, δικαιούται να αναφερθεί διαμέσου των Γενικών Τιμητών της Πολιτείας στο Νομοθετικό Σώμα, προς οριστική κρίση.

ΤΙΤΛΟΣ 2. – Γενικές Συνελεύσεις των Ευγενών

18. Οι γενικές συνελεύσεις των Συνταγματικών Ευγενών ανά Νήσο ονομάζονται «Σύγκλητοι».[σ14] Αποφαίνονται βάσει της αρχής της πλειοψηφίας, με κάλπη και το σύστημα των σφαιριδίων.

[σ14] “Sincliti”: πριν τη ταύτισή της με το βουλευτικό σώμα της Ρώμης “Senatus”, ο όρος «σύγκλητος» (ή/και «έσκλητος») περιγράφει έκτακτες διευρυμένες «συγκλήσεις» των τοπικών βουλών σε ορισμένες αρχαιοελληνικές πόλεις. Η χρήση του πολιτικού αυτού όρου είναι εκπληκτικά ακριβής, με την αρχαιοελληνική σημασία, για την περιγραφή των Επτανησιακών Συγκλήτων: «κατά πόλεις»  διευρυμένων συνελεύσεων των καθιερωμένων κοινοβουλίων των Ευγενών.
Αντίστοιχα, και το ίδιο ακριβόλογα, ο λατινικός όρος “Senatus” (από το senior: πρεσβύτης, γέρων), που αποδίδεται ορθά ήδη στη μετάφραση του 1804 ως Γερουσία, δηλώνει τη «κυβερνώσα βουλή» της Ρώμης – και εν προκειμένω της Επτανήσου.   


19. Οι Σύγκλητοι συγκαλούνται αυτοδικαίως ανά διετία στις 15 Ιανουαρίου, και παραμένουν εν συνόδω επί δεκαπέντε ημέρες αδιαλείπτως.

20. Κατ’ εξαίρεσιν, σε περιπτώσεις οριζόμενες κατά το Σύνταγμα, και με προκαθορισμένο χρονικό περιθώριο και αντικείμενο της συνόδου, οι Σύγκλητοι συγκαλούνται με προκήρυξη που δημοσιεύεται οκτώ ημέρες πριν υπ’ ευθύνη των Τιμητών της Πολιτείας και των Πρυτάνεων, κατά διαταγήν της Γερουσίας.

21. Κάθε αλλότρια σύγκληση εξαιρουμένων των δύο αυτών τρόπων, συνιστά απόπειρα κατά του Συντάγματος.

22. Με απόπειρα κατάλυσης του Συντάγματος εξισώνεται οποιαδήποτε πράξη των Συγκλήτων που δεν θεμελιώνεται στο Σύνταγμα και το Νόμο. Οποιαδήποτε αμοιβαία συνεννόηση μεταξύ Συγκλήτων, με αλληλογραφία ή ανταλλαγή αντιπροσωπειών, συνιστά ευθεία προσβολή του Συντάγματος.

Μέλη Συγκλήτου δύνανται να είναι μόνο Ευγενείς εγγεγραμμένοι στο κατά του Σύνταγμα Πολιτικό Μητρώο ανά Νήσο, εφόσον έχουν συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους και έχουν είναι έγγαμοι ή χήροι. Επίσης, όσοι τυγχάνουν προστάτες Οίκων χωρίς έγγαμους ή χήρους. 
Μετά το έτος 1816, άγαμοι προστάτες Οίκων δεν θα μετέχουν σε Σύγκλητο εφόσον δεν έχουν συμπληρώσει το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους. Εντούτοις κάθε εν ενεργεία Ευγενής θα παραμείνει επιλέξιμος σε οποιοδήποτε δημόσιο λειτούργημα[σ15] κατά το Νόμο, με τη συμπλήρωση του εικοστού πέμπτου έτους της ηλικίας του.


[σ15] Επομένως, νοείται περίπτωση (άγαμου) Ευγενούς με δικαίωμα του εκλέγεσθαι αλλά όχι του εκλέγειν. 

23. Τα Πρυτανεία και τα τοπικά Κολλέγια των Τιμητών συντάσσουν ονομαστικούς καταλόγους των εν ενεργεία Ευγενών, που δημοσιεύουν ένα μήνα πριν τις συγκλήσεις των ανά διετία τακτικών Συγκλήτων. 
Οι Κατάλογοι παραμένουν εν ισχύι καθόλη τη διετία και συμπληρώνονται μόνο σε περιπτώσεις πιστοποιημένων και επικυρωμένων εκπτώσεων – εξαιρουμένης της τακτικής ανανέωσης και αναδημοσίευσής του ένα μήνα πριν τη τακτική σύγκληση ανά τις Συγκλήτους.


24. Όποιος θεωρεί ότι φαλκιδεύεται το πολιτικό του δικαίωμα δια παραλείψεώς του στον ονομαστικό κατάλογο, δύναται να υποβάλει εγγράφως αιτίαση στο τοπικό Πρυτανείο και τους τοπικούς Τιμητές ως και την όγδοη ημέρα πριν την έναρξη της Συγκλήτου. Τυπικά, την ημέρα αυτή[σ15] σφραγίζεται ο ονομαστικός κατάλογος. Εφόσον τέτοια αιτίαση απορριφθεί, ο θιγόμενος δικαιούται να αιτηθεί ώστε αυτή να υποβληθεί στη κρίση της Συγκλήτου, υπ’ ευθύνη του Πρυτανείου, και κατά την έναρξη της συνόδου. 
Σχετική απόφαση της Συγκλήτου δεν είναι οριστική, επιφυλασσομένης στον καθένα της δυνατότητας προσφυγής, μέσω των Τιμητών της Πολιτείας, σε αμετάκλητο βούλευμα του Νομοθετικού Σώματος.


[σ15] “[…] sino all’ ottavo giorno precedente l’ Appertura del Sinclito, in cui e formalmente chiuso l’ elenco”: εύλογα ο κατάλογος κλείνει με την εκπνοή της προθεσμίας υποβολής αιτίασης, την όγδοη μέρα πριν τη Σύγκλητο. 

25. Η εν συνόδω Σύγκλητος δεν νομιμοποιείται εάν δεν παρίσταται η πλειονότητα των εγγεγραμμένων στον ονομαστικό κατάλογο Ευγενών. 
Ουδείς δικαιούται να οπλοφορεί με οποιοδήποτε τρόπο στη σύνοδο.


26. Χρέη προσωρινού προεδρείου στη πρώτη κατά το Σύνταγμα σύνοδο κάθε Συγκλήτου, εκτελεί το τοπικό Πρυτανείο. Η Σύγκλητος εκλέγει αμελλητί, από τους κόλπους, Πρόεδρο που ονομάζεται «Πρόβουλος».[σ16]

[σ16] “Probulo”: οι Πρόβουλοι ήταν ανώτατοι αξιωματούχοι της αρχαίας κερκυραϊκής Πολιτείας.

27. Πρόβουλος, από την εκλογή του και κατά τις επόμενες συνόδους της Συγκλήτου, τακτικές ή έκτακτες, παρεδρεύει στον Πρύτανη και εφορεύει από κοινού με το Πρυτανείο[σ17] στις ψηφοφορίες. Σε περίπτωση απουσίας του λόγω σωματικού ή πνευματικού κωλύματος ο αρχαιότερος των παρισταμένων εκτελεί χρέη Προβούλου. Δύο Γραμματείς που εκλέγονται από τους κόλπους της Συγκλήτου πλαισιώνουν στα δύο άκρα το Βήμα του Προεδρείου, και συντάσσουν τα Πρακτικά των συνελεύσεων, τα οποία, αφού υπογραφούν από τον Πρύτανη και τον Πρόβουλο και ανθυπογραφούν από τους ίδιους τους γραμματείς, επικυρώνονται κατά την επόμενη συνέλευση της Συγκλήτου. Στη τελευταία συνέλευση τα Πρακτικά συντάσσονται και επικυρώνονται αυτοστιγμεί.

[σ17] “[…] siede a lato del Capo della Reggenza, ed ha con essa inspezione…”
    
28. Το τοπικό Κολλέγιο Τιμητών εποπτεύει από χωριστό Βήμα την ευταξία των συνελεύσεων και τη τήρηση του Νόμου. Σε περίπτωση παραβίασης το Κολλέγιο έχει καθήκον να διαμαρτυρηθεί στο Προεδρείο ανακαλώντας το στη τάξη. Αν η παραβίαση εξακολουθήσει το Κολλέγιο δεν δικαιούται να διαλύσει τη συνέλευση, αλλά δύναται να την καταγγείλλει επί αντισυνταγματικότητι στο πολιτειακό Κολλέγιο Τιμητών, οπότε καθιστά υπόλογο το Προεδρείο.[σ18] 
Το γενικό Κολλέγιο Τιμητών εισάγει τη καταγγελία στο Νομοθετικό Σώμα, που μόνο δύναται να αποφανθεί οριστικά επί της εγκυρότητας των Συγκλητικών πεπραγμένων.


29. Απαγορεύεται να εισέλθει Αίθουσα Συνεδριάσεων της Συγκλήτου οποιοδήποτε στρατιωτικό σώμα, εκτός από την περίπτωση επαπειλούμενης άσκησης βίας, και με έγγραφο ένταλμα υπογεγραμμένο από τον Πρόβουλο, τον Πρώτο της Πρυτανείας, και τον Πρόεδρο του Κολλεγίου – ή τουλάχιστον από δύο εξ αυτών των τριών.[σ18]

[σ18] “[…] dal Probulo, dal Capo della Reggenza, e dal Presidente del Collegio Censorio, o da due figure almeno”:  εσφαλμένη η μετάφραση του 2008 «ή από τουλάχιστον δύο μέλη του [ενν.: Κολλεγίου των Τιμητών].»

30. Νόμος ορίζει τον αριθμό και το αντικείμενο των ψηφοφοριών που διεξάγονται σε ημερήσια βάση κατά τις συνελεύσεις της κανονικής συνόδου κάθε Συγκλήτου.

31. Οι ψηφοφορίες αυτές και οποιοδήποτε άλλο ζήτημα αρμοδιότητας της Συγκλήτου καταχωρίζονται σε Ημερήσια Διάταξη,[σ19] συντεταγμένη και υπογεγραμμένη από τον Πρόβουλο, τον Πρύτανη, και τον Πρόεδρο του τοπικού Τιμητειακού Κολλεγίου, και ανθυπογεγραμμένη από τους Γραμματείς. 
Η Ημερήσια Διάταξη αναρτάται από τη προηγουμένη της κάθε συνέλευσης στην Αίθουσα Συνεδριάσεων, και αναγιγνώσκεται κατά την έναρξη της – έπειτα από τη καταμέτρηση των παρισταμένων Ευγενών και την ανάγνωση των Πρακτικών της προηγούμενης συνέλευσης. Απόφαση επί οιουδήποτε αντικειμένου που δεν συμπεριλαμβάνεται στην Ημερήσια Διάταξη θεωρείται αντισυνταγματική και λογίζεται ανυπόστατη.


[σ19] “Questo numero [ενν.: delle elezioni] e ogni altro argomento… si riportano in un indice compilato e segnato…”: αχρείαστα σχολαστική η μετάφραση του 2008 «αναγράφεται καθημερινά σε έναν Πίνακα». 

32. Οι Σύγκλητοι εκλέγουν:
(1) Τους Αντιπροσώπους του Νομοθετικού Σώματος και τα μέλη της Εκτελεστικής Εξουσίας, ή άλλως Γερουσίας, κατά τις ακόλουθες αναλογίες σε αντιστοιχία προς τις Νήσους.



Νομοθετικό Σώμα  

Κέρκυρα Αριθμ.  10.   
Κεφαλληνία » 10.   
Ζάκυνθος »  10.   
Αγία Μαύρα »  4.   
Κύθηρα  »  2.   
Ιθάκη  »  2.   
Παξοί  »  2.   
    ____    
Αντιπρόσωποι  Αριθμ.  40.  



Γερουσία

Κέρκυρα  Αριθμ. 4.
Κεφαλληνία » 4.
Ζάκυνθος  » 4.
Αγία Μαύρα » 2.
Κύθηρα  » 1.
Ιθάκη   » 1.
Παξοί   » 1.
    ____
Γερουσιαστές   Αριθμ.  17.



Τα μέλη αυτά των δύο Εξουσιών, δεν θεωρούνται ως Αντιπρόσωποι ή Βουλευτές της κάθε Νήσου χωριστά, αλλά ως Αντιπρόσωποι και Βουλευτές της ολότητας του Έθνους.[σ20]

(2) Τρία Μέλη και το Γραμματέα του τοπικού Κολλεγίου Τιμητών.
(3) Δύο Εκλέκτορες προς συγκρότηση καταλόγου υποψηφίων για την εκλογή καθενός από τους επτά Πρυτάνεις.[σ21] Οι κατάλογοι αυτοί υποβάλλονται από τις επτά Συγκλήτους στο Νομοθετικό Σώμα, στο οποίο επαφίεται και η εκλογή των Πρυτάνεων από τους επτά καταλόγους. 
(4) Δύο Εκλέκτορες προς συγκρότηση καταλόγου υποψηφίων για την εκλογή καθενός από τα επτά Μέλη του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, η οποία επαφίεται στο Νομοθετικό Σώμα ως ανωτέρω. 
(5) Τα μέλη των Πρυτανειών, των Αρχοντείων, και των τοπικών Δικαστηρίων, σε αριθμούς που ορίζει ο Νόμος – και δεν επιτρέπεται να υπερβούν τους τρεις ανά Αρχοντείο. 
(6) Τους Δημοτικούς Δικαστές, σε αριθμούς που ορίζει ο Νόμος. 
(7) Τους Δημόσιους Κατήγορους ανά Νήσο. 
(8) Τους διευθυντές των Συμβουλίων των Ενόρκων. 
(9) Τα μέλη των Αστικών και των Ποινικών Δικαστηρίων.[σ22]


[σ20] “[…] o Deputati dell’ intera Nazione”: αξιοπρόσεκτη (και όχι μεμονωμένη) διατύπωση, που εντούτοις δεν διαχωρίζει εθνολογικά τους Επτανήσιους από την εθνική ολότητα των Ελλήνων, αλλά κινείται στη κατεύθυνση οικοδόμησης μίας «πολιτειακής εθνότητας».    
[σ21] Προτιμάται εδώ, και στη συνέχεια, η απόδοση «Δύο Εκλέκτορες», αντί της αχρείαστα σχολαστικής μετάφρασης του 2008: «Τα δύο ονόματα που οφείλουν [sic] να συγκροτούν τον κατάλογο [των υποψηφίων] της κάθε Νήσου…».  
[σ22] Οι δικαστές είναι πολιτικοί αξιωματούχοι αιρετοί από τις Συγκλήτους, και όχι διακεκριμένη επαγγελματική ιεραρχία.   


33. Κατά τη διετή θητεία της Νομοθετούσας Αρχής[σ23] στην οποία έχουν εκλεγεί, τα Μέλη του Νομοθετικού Σώματος είναι εκλέξιμα σε όλα τα γενικά αξιώματα του Κράτους, αλλά όχι στα τοπικά ανά τις Νήσους αξιώματα ή στα δικαστικά λειτουργήματα. Εφόσον εκλεγούν σε τέτοιο αξίωμα, αντικαθίστανται αμελλητί από τη Σύγκλητο. Μέλη της Γερουσίας είναι εκλέξιμα σε θέσεις των Πρώτων των Πρυτανειών, αν εκείνες χηρεύσουν.

[σ23] «Νομοθετούσα Αρχή» σε διαστολή προς το Νομοθετικό Σώμα, αποδίδουμε τους παράλληλους όρους “Legislatura”, “Corpo Legislativo”.  
 
34. Ουδείς άλλος[σ24] δημόσιος λειτουργός δεν αποξενώνεται από το λειτούργημά του, παρά μόνο έπειτα από παραίτηση η απόλυσή του.


[σ24] Εννοεί: αυτόματη και αυτοδίκαιη παύση όπως του άρθρου 33 δεν νοείται στα άλλα αξιώματα.

35. Η θητεία του συνόλου των αιρετών από τις Συγκλήτους δημόσιων λειτουργών δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ούτε παρατείνεται πέρα από αυτό το όριο – εξαιρουμένων των κατά Νόμο οριζόμενων θητειών του Πρωθυπουργού,[σ25] Πρέσβεων στις Αυλές του εξωτερικού, Πρόξενων, και αξιωματικών του Στρατού ή του Ναυτικού.[σ26] Είναι εντούτοις δυνατή η επανεκλογή τους μετά διετία, ή η σταδιοδρομία τους σε σειρά διαφορετικών αξιωμάτων.[σ27] 
Μόνοι οι τοπικοί Δικαστές επανεκλέγονται απεριόριστα. 
Αντικαταστάτης λειτουργού θανόντος, παραιτηθέντος, ή απολυθέντος, θητεύει μόνο κατά το διάστημα που απέμενε για τη συμπλήρωση της θητείας του αντικατασταθέντος. Για το διάστημα έως τη σύγκληση της Συγκλήτου, τα ανά Νήσους Πρυτανεία και Αρχοντεία αντικαθιστούν τη χηρεύουσα θέση εκ των ενόντων.[σ28]


[σ25] “[…] i Ministri principali del Senato”: οι «πρώτιστοι Υπουργοί της Γερουσίας», δηλαδή οι επικεφαλής των συλλογικών Υπουργείων. Εξαιρείται ο Επικεφαλής της Εκτελεστικής Εξουσίας ή «Πρίγκηπας», που εκλέγεται για διετή θητεία με πρόσθετους περιορισμούς.
[σ26] “[…] i Militari de terra o di mare.”
[σ27] Για την Επτανησιακή σταδιοδρομία, βλέπε σημείωση 31 στο μεθεπόμενο άρθρο 37. 
[σ28] “[…] la Reggenza ed i Magistrati locali rimpiazzano con interina elezione esso funzionario.”
         
36. Συγγενείς έως και τετάρτου βαθμού[σ29] δεν επιτρέπεται να συνεκλέγονται[σ30] σε Δικαστήριο, Αρχοντείο, ή οποιοδήποτε συλλογικό σώμα. Κατά τη διενέργεια ψηφοφορίας επί ορισμένης υποψηφιότητας σε δημόσιο λειτούργημα που πληρούται με εκλογή από τη Σύγκλητο ή άλλο εκλεκτορικό σώμα, ο υποψήφιος και οι έως και τετάρτου βαθμού συγγενείς του, αποσύρονται σε χωριστό διαμέρισμα.


[σ29] “[…] fino al quarto grado civile”: το όριο αυτό, που αθροίζει τους εκατέρωθεν αναβαθμούς προς τον κοινό πρόγονο των δύο συγγενών, αποκλείει έως και τους πρώτους εξαδέλφους.   
[σ30] Το νόημα αυτό δεν είναι ιδιαίτερα σαφές στη μετάφραση του 2008: «δεν επιτρέπεται να εκλέγονται συγχρόνως στη Δικαστική και την Επιχώρια Αρχή ή άλλο συλλογικό σώμα.» 


37. [σ31] Από το έτος 1810 κανείς δεν θα θεωρείται εκλόγιμος στα ανά τις Νήσους Αρχοντεία, αν προηγουμένως δεν έχει θητεύσει σε Αρχοντείο ή Δικαστήριο. 
Ομοίως, ουδείς δύναται να εκλεγεί, ή να προβληθεί σε ψηφοδέλτια για Πρύτανης, ή Μέλος Πρυτανείου[σ32] ή του Ακυρωτικού Δικαστηρίου αν προηγουμένως δεν έχει διατελέσει Πρωθυπουργός, ή Πρύτανης, ή Μέλος του Ακυρωτικού Δικαστηρίου ή Πρυτανείου ή τοπικού Αρχοντείου. 
Ομοίως, ουδείς δύναται να εκλεγεί Νομοθέτης, αν δεν έχει προηγουμένως διατελέσει Πρύτανης, ή Μέλος Πρυτανείου ή του Ακυρωτικού Δικαστηρίου. 
Ομοίως, ουδείς δύναται να εκλεγεί Γερουσιαστής, αν δεν έχει διατελέσει Νομοθέτης ή Γερουσιαστής ή Υπουργός του Κράτους ή Πρέσβης στις Αυλές του Εξωτερικού, ή Τιμητής της Πολιτείας ή Πρύτανης.


Για την εκλογιμότητα στο σύνολο των παραπάνω αξιωμάτων, απαιτείται συμπλήρωση ηλικίας τριάντα ετών.

Παλιννοστούντες Επτανήσιοι Ευγενείς είναι απεριόριστα εκλόγιμοι στα δημόσια αξιώματα, μετά από αναγνωριστική της εκλογιμότητάς τους πράξη της Γενικής Τιμητείας. Αναλόγως, απεριόριστα εκλόγιμοι είναι ετερόχθονες που έχουν πολιτογραφηθεί, με αναγνωριστική της εκλογιμότητάς τους πράξη της Τιμητείας. Γενικά,[σ33] όλοι όσοι θήτευσαν σε ορισμένα δημόσια αξιώματα στο παρελθόν, ή θητεύουν κατά το ισχύον σήμερα προσωρινό καθεστώς, ή και θα θητεύσουν στο μέλλον ως το 1810, δύνανται να επανεκλεγούν στα ίδια κατά περίπτωση αξιώματα.

Εκλόγιμος στις Δικαστικές Αρχές είναι οποιοσδήποτε Ευγενής έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, ανεξαρτήτως του πολιτικού δικαιώματος συμμετοχής του στη Σύγκλητο.

[σ31] Στο άρθρο 37 καθιερώνεται, με επιρροή από το αριστοκρατικό Ρωμαϊκό πολίτευμα των χρόνων πριν την Αυτοκρατορία (510-31 π.Χ.), ένας “cursus honorum”: μία προκαθορισμένη «σταδιοδρομία» στα δημόσια αξιώματα, που διέπεται από τον κανόνα της κλιμάκωσης. Ο Επτανησιακός “cursus honorum” που προβλέπεται να εφαρμοστεί (με 7ετή περίοδο χάριτος) αρχομένου του έτους 1810 (: “Dall’ anno 1810” – αντί της διατύπωσης “dopo l’ anno” που σημαίνει «μετά το έτος», μετά το τέλος του έτους), έχει ως εξής:


“Cursus Honorum” κατά το Επτανησιακό Σύνταγμα του 1803

Τάξη 5η: Δικαστικά Αξιώματα (: “qualche… Tribunale”)
Προηγούμενα αξιώματα: κανένα (αρχή του “cursus honorum”) / Απαιτούμενη ηλικία (ρητά στο Σύνταγμα): 25 έτη
Τάξη 4η: Τοπικά Αρχοντεία (: Magistrature locali)
Προηγούμενα αξιώματα: 5ης Τάξης τουλάχιστον / Απαιτούμενη ηλικία (ρητά στο Σύνταγμα): 30 έτη
Τάξη 3η: Πρύτανης, Μέλος Πρυτανείου ή Ακυρωτικού Δικαστηρίου (: Pritano, Reggente, Membro di Tribunale di Cassazione) 
Προηγούμενα αξιώματα: 4ης Τάξης τουλάχιστον / Ελάχιστη ηλικία, αθροιστικά με προηγούμενα: 32 έτη
Τάξη 2η: Νομοθέτης (: Legislatore – δηλαδή βουλευτής)
Προηγούμενα αξιώματα: 3ης Τάξης τουλάχιστον / Ελάχιστη ηλικία, αθροιστικά με προηγούμενα: 34 έτη 
Τάξη 1η: Γερουσιαστής (: Senatore – δηλαδή μέλος της Κυβέρνησης) 
Προηγούμενα αξιώματα: 2ης Τάξης τουλάχιστον / Ελάχιστη ηλικία, αθροιστικά με προηγούμενα: 36 έτη



[σ32] «Πρυτανείο» μεταφράζουμε γενικά τη “Reggenza” (: «Κυβέρνηση» στη μετάφραση του 1804, «Επαρχείο» στη μετάφραση του 2008), η οποία προεδρεύεται από τον «Πρύτανη», και συμπληρώνεται από δύο Μέλη ή «Πρυτανικούς». 
[σ33] Η προνομιακή αυτή ρύθμιση κάμπτει σε εύλογο βαθμό τα προαπαιτούμενα εισόδου στην Επτανησιακή ιεραρχία προς ώφελος όσων ήδη επανδρώνουν τη πολιτειακή ιεραρχία. Υπενθυμίζεται το παράδειγμα του junior Καποδίστρια, που είναι 27 ετών το 1803.    
      
38. Στις εκλογές που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των Συγκλήτων, η έκθεση υποψηφιοτήτων δεν είναι ανοιχτή. Προς ανάδειξη εκλεκτόρων τοποθετούνται σε κάλπη λευκά σφαιρίδια ισάριθμα με τα παριστάμενα στη συνέλευση μελών που διετέλεσαν Δημόσιοι Λειτουργοί στην προηγούμενη συνταγματική (ή την παρούσα συντακτική) Κυβέρνηση, αφαιρουμένων επτά που αντικαθίστανται από κίτρινα σφαιρίδια.[σ34] 
Οι δικαιούμενοι να αναδειχτούν ως εκλέκτορες (αναλυτικά: οι διατελέσαντες Δικαστές, Άρχοντες, Τιμητές, Γερουσιαστές, Νομοθέτες, Πρυτάνεις ή Μέλη Πρυτανείου και Πρόβουλοι), κατευθύνονται στο Βήμα του Προεδρείου και αποσπούν στη τύχη από ένα σφαιρίδιο. 
Όποιος αποσπά κίτρινο σφαιρίδιο αποσύρεται αμέσως σε χωριστή και αποκλεισμένη αίθουσα, όπου δεν δύναται να εισέλθει κανείς εξαιρουμένων όσων αποσπούν στη συνέχεια κίτρινο σφαιρίδιο. 
Το εκλεκτορικό σώμα που συγκροτείται έτσι συντάσσει ψηφοδέλτιο τεσσάρων υποψηφίων για το πρώτο αξίωμα. Πέμπτη υποψηφιότητα προσθέτουν, αφού συνέλθουν εν συμβουλίω, ο Πρύτανης, ο Πρόβουλος, και οι τοπικοί Τιμητές. Από τον συμπληρωμένο αυτό κατάλογο πέντε υποψηφίων, εκλέγει η Σύγκλητος. Με την ίδια διαδικασία προς ανάδειξη νέων εκλεκτόρων για ένα προς ένα τα αιρετά αξιώματα, εξελίσσεται η διαδικασία. Τόσο οι εξ εκλογής όσο και οι δυνάμει αξιώματος εκλέκτορες[σ35] συμβάλλουν στη συγκρότηση του καταλόγου των υποψηφίων με μυστική ψηφοφορία και κατά την αρχή της πλειοψηφίας.


[σ34] Στην «εραλδική» σημειολογία, το λευκό και το κίτρινο συμβολίζουν το αργυρό και το χρυσό.  
[σ35] “[…] come i secondi”, δηλαδή οι: Πρύτανης, Πρόβουλος, και τοπικοί Τιμητές.  
     
39. Στη Σύγκλητο της Κεφαλληνίας οι εκλέκτορες πρέπει να αντιπροσωπεύουν ισομερώς, κατά το δυνατόν, τα τρία διαμερίσματα της Νήσου, δηλαδή την Άσσο,[σ36] το Αργοστόλι, και το Ληξούρι. Ομοίως, ισομερώς πρέπει να αντιπροσωπεύονται κατά το δυνατόν τα τρία διαμερίσματα στον αριθμό των Μελών των Δικαστηρίων και Αρχοντείων. Σε εφαρμογή του ίδιου κανόνα, στις διπλές υποψηφιότητες για τα αξιώματα των Πρυτάνεων και των Μελών του Ακυρωτικού Δικαστηρίου πρέπει να προτείνονται ονόματα Ευγενών από τα τρία διαμερίσματα εκ περιτροπής και κάθε φορά από δύο διαφορετικά διαμερίσματα.[σ37]


[σ36] “[…] dalla fortezza”: όπως προκύπτει από άλλες ρυθμίσεις, το φρούριο της Άσσου. Μόνη η Κεφαλληνία υποδιαιρείται συνταγματικά σε διαμερίσματα, με εγγυημένο (αλλά μάλλον εύλογο) μέρισμα στις δημόσιες αρχές της Νήσου.      
[σ37] “[…] in numero possibilmente eguale… tolti in turno I nomi… da due differenti riparti.”


40. Κατά κανόνα οι Σύγκλητοι ενημερώνονται κατά την έναρξη των τακτικών συνόδων τους από τα ανά Νήσο Πρυτανεία, και αποφασίζουν επί των προτεινόμενων σχεδίων των τελευταίων, με αντικείμενο τη βελτίωση και συμπλήρωση των τοπικών λειτουργιών του Δημοσίου. Ο Πρύτανης υποβάλλει τα εγκεκριμένα σχέδια στη Γερουσία και εκείνη εισηγείται στο Νομοθετικό Σώμα, που επικυρώνει κατά την κρίση του. 
  
41. Τα Πρακτικά των τακτικών ή έκτακτων συνόδων των Συγκλήτων υποβάλλονται υποχρεωτικά στη Γερουσία υπ’ ευθύνη των Πρυτάνεων, στο Νομοθετικό Σώμα υπ’ ευθύνη των Προβούλων, και στη Γενική Τιμητεία της Πολιτείας υπ’ ευθύνη των Προέδρων των Τιμητειακών Κολλεγίων. 
 
42. Οποιοσδήποτε καταδικαστεί ενώπιον του Κολλεγίου των Τιμητών για ενεργητικό ή παθητικό χρηματισμό επί της άσκησης δικαιώματος ψήφου στη Σύγκλητο, ή και για άσκηση του ίδιου δικαιώματος βάσει συνδιαλλαγής που αποσκοπεί στη κατάληψη αξιώματος, εκπίπτει ισόβια από την εν ενεργεία Ευγένεια.


ΤΙΤΛΟΣ 3. – Νομοθετική Εξουσία
 
43. Οι Σύγκλητοι των Επτά Νήσων νομιμοποιούν για την άσκηση της Νομοθετικής Εξουσίας μία Εθνοσυνέλευση από Αντιπρόσωπους,[σ38] εκλεγμένους από αυτές με διετή θητεία. Αυτή ονομάζεται Νομοθετικό Σώμα της Πολιτείας.


[σ38] “[…] un’ Assemblea di Rappresentanti della Nazione”, κατά λέξη: Συνέλευση των Αντιπροσώπων του Έθνους. 
 
44. Το Νομοθετικό Σώμα συνέρχεται αυτοδικαίως ανά διετία, στη Κέρκυρα, τη 1η Απριλίου.


45. Η διάρκεια των Συνόδων του Νομοθετικού Σώματος δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους δύο μήνες. Η Σύνοδος της 1ης Νομοθετικής Περιόδου θα εξακολουθήσει έως και το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 1804.

46. Οι Αντιπρόσωποι του Έθνους είναι απαραβίαστοι και ακαταδίωκτοι. Απαγορεύεται να κατηγορηθούν ή να δικαστούν οποτεδήποτε, για ό,τι είπαν ή έγραψαν ως Νομοθέτες. Επιτρέπεται εντούτοις να συλληφθούν σε περίπτωση αυτοφώρου αδικήματος είτε δυνάμει εντάλματος σύλληψης. Στις περιπτώσεις αυτές η κίνηση της ποινικής διαδικασίας σε βάρος τους προϋποθέτει ρητή πράξη του Νομοθετικού Σώματος, δια της οποίας νομιμοποιείται το κατηγορητήριο. Η Γενική Τιμητεία υποκαθίσταται στην άσκηση του δικαιώματος αποδοχής του κατηγορητηρίου, εφόσον το Νομοθετικό Σώμα δεν βρίσκεται σε Σύνοδο. 

47. Αντιπρόσωποι οι οποίοι δίχως πρόδηλο και ανυπέρβλητο εμπόδιο που αναγνωρίζει η απόλυτη πλειονότητα του Νομοθετικού Σώματος, δεν μεταβαίνουν στη Κέρκυρα κατά το χρόνο των τακτικών Συνόδων της Εθνοσυνέλευσης (ή σε περίπτωση έκτακτης σύγκλησής της για λόγους δημοσίου συμφέροντος, από τον Πρωθυπουργό είτε τους Γενικούς Τιμητές, βάσει των συνταγματικών ρυθμίσεων) καταβάλλουν στο Εθνικό Θησαυροφυλάκιο πρόστιμο που προσδιορίζεται σε ύψος τριπλάσιο της βουλευτικής τους αντιμισθίας.

48. Αναλόγως, σε Αντιπρόσωπους οι οποίοι δίχως εμπόδιο όπως το ανωτέρω απουσιάζουν από συνεδριάσεις, καταλογίζεται κάθε φορά πρόστιμο ύψους σαράντα Επτανησιακών δουκάτων.

49. Χρέη προσωρινής προεδρίας κατά την πρώτη συνεδρίαση κάθε Νομοθετικής Περιόδου εκτελεί ο πρεσβύτερος των παρόντων μελών. Ομοίως, το νεότερο μέλος εκτελεί χρέη προσωρινού Γραμματέα. 

50. Υπό το προσωρινό αυτό προεδρείο το Νομοθετικό Σώμα προχωρεί στον έλεγχο νομιμότητας των Αντιπροσώπων. Πιστοποιητικά της υπό κρίση νομιμότητας συνιστούν οι πράξεις των Πρυτανείων, των τοπικών Τιμητειών, και των Προβούλων των ανά τις Νήσους Συγκλήτων.  
 
51. Ακολουθεί η τυπική συγκρότηση του Νομοθετικού Σώματος με την εκλογή Προέδρου, δύο Γραμματέων και των δύο Συμβουλευτικών Επιτροπών.[σ39]


[σ39] “[…] e di due Consigli”: είναι η πρώτη αναφορά στις (δύο, 5μελείς) επιτροπές της Βουλής, η σύσταση και λειτουργία των οποίων προβλέπεται περιεκτικά στο άρθρο 55. 
Το πρωτότυπο, άρθρο 55, αναφέρονται “due Consigli del Corpo Legislativo” (: δύο Συμβούλια του Νομοθετικού Σώματος), το “Consiglio Legislativo” (: Νομοθετικό) και το “Consiglio de’ sussidj” (: των Επικουριών). Στη μετάφραση του 1804 καταγράφονται ως τα «δύω Συμβούλια του Νομοθετικού Σώματος», «Συμβούλιον Νομοθετικόν» και «Συμβούλιον των Επικουριών», αντίστοιχα. Στη μετάφραση του 2008 προτιμάται επίσης ο όρος «Συμβούλια»: «Νομοθετικό», και «των Αρωγών». 
Εδώ υιοθετύμε την ονομασία «Συμβουλευτικές Επιτροπές», που αποδίδει με ακρίβεια τις αρμοδιότητες και τα μεγέθη τους. Κατά το ίδιο σκεπτικό η πρώτη επιτροπή περιγράφεται και εδώ ως «Νομοθετική». Ομοίως και η δεύτερη (με αρμοδιότητα επί των πολεμικών προπαρασκευών του Κράτους) ανατρέχει στην, νοούμενη με στρατιωτική έννοια, αρχική μετάφραση «των Επικουριών». 


52. Για καθένα από αυτά τα αξιώματα, κατά σειρά, τοποθετείται σε κάλπη αριθμός λευκών σφαιρίδων ίσος με τα παρόντα μέλη, εξαιρουμένων τριών που αντικαθίστανται από κίτρινα σφαιρίδια. Κάθε μέλος κατευθύνεται στο Βήμα του Προεδρείου και αποσπά ένα σφαιρίδιο από τη κάλπη. Όσοι αποσπάσουν κίτρινο σφαιρίδιο αποσύρονται αμέσως σε χωριστό, αποκλειστικό διαμέρισμα και σχηματίζουν, ως εκλέκτορες, ψηφοδέλτιο με δύο υποψηφιότητες. Το Νομοθετικό Σώμα εκλέγει με σύστημα καλπών και σφαιριδίων[σ40] βάσει της αρχής της πλειοψηφίας.

[σ40] Εννοεί εδώ: όχι πλέον με τα λευκά και κίτρινα σφαιρίδια, αλλά με τα άσπρα-μαύρα σφαιρίδια και μία κάλπη ανά υποψήφιο. Το σύστημα αυτό εκμαιεύει επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία (το «μαύρο») εκ μέρους όλων των ψηφοφόρων, για τα πρόσωπα όλων των υποψηφίων.

53. Κεφαλή του Νομοθετικού Σώματος είναι ο εκλεγμένος του Πρόεδρος. Σε αυτόν απευθύνονται όλες οι υπηρεσίες, και αυτός αποκρίνεται εν ονόματι και κατά τα δόγματα του Σώματος. Υπογράφει το σύνολο τον πράξεων που έχουν 
έχουν εξεταστεί και υιοθετηθεί από το Νομοθετικό Σώμα. Δίνει το λόγο στους Αγορητές, αφαιρεί το λόγο, και δικαιούται να παρεμβαίνει κατά τη κρίση του. Ειδικά στη περίπτωση αφαίρεσης του λόγου, η ενέργεια του Προέδρου πρέπει να αιτιολογηθεί και το Σώμα να αποφανθεί εφόσον ενίσταται ο Αγορητής – ο οποίος υποστηρίζει τη θέση του χωρίς, όπως και στο σύνολο των θεμάτων, δικαίωμα δευτερολογίας.[σ41] 
Ο Πρόεδρος θέτει σε ψηφοφορία το σύνολο των υπό συζήτηση θεμάτων, και των νομοθετικών πράξεων ή νομοσχεδίων που προωθούν οι δύο Συμβουλευτικές Επιτροπές. Άρνησή του να προτείνει προς ψήφιση εισήγηση Επιτροπής, αιτιολογείται από τον ίδιο και εγκρίνεται από το Σώμα αν ενίσταται η Επιτροπή. 
Ο Πρόεδρος επαγρυπνεί για τη διαγωγή των Αντιπροσώπων και τη τήρηση της ευταξίας των Συνόδων κατά τους κανονισμούς του Νομοθετικού Σώματος.


[σ41] Εννοεί: χωρίς δικαίωμα δευτερολογίας επί της διαδικαστικής ενστάσεως που διατυπώνει εν προκειμένω.  
    
54. Οι Γραμματείς καταλαμβάνουν με σειρά ηλικίας[σ42] τα δύο άκρα του Βήματος του Προεδρείου. Ο πρεσβύτερος συντάσσει τα Πρακτικά, και τηρεί την αλληλογραφία και πρωτόκολλο κατάθεσης νομοθετικών πράξεων και νόμων. Με το πέρας της ετήσιας Συνόδου συγκεντρώνει τα έγγραφα και πρωτόκολλα του Νομοθετικού Σώματος και τα παραδίδει με απόδειξη παραλαβής στο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών. Εκείνος διαβιβάζει αντίγραφα στη Γενική Τιμητεία.
Ο πρεσβύτερος Γραμματέας του Νομοθετικού Σώματος έχει το αξίωμα του Προέδρου[σ43] της Νομοπθετικής Συμβουλευτικής Επιτροπής, ενώ ο νεώτερος το αξίωμα του Εφόρου της επί των Επικουριών Συμβουλευτικής Επιτροπής. Έκαστος των Γραμματέων δύναται να λάβει τρεις φορές το λόγο προκειμένου να υποστηρίξει τις προτάσεις της προσκείμενης σε αυτόν Συμβουλευτικής Επιτροπής. Ως Έφορος της Συμβουλευτικής Επιτροπής συντάσσει τις εισηγήσεις αρμοδιότητάς της επί νομοθετικών πράξεων και νομοσχεδίων, και ανθυπογράφει μετά τον Πρόεδρο του Νομοθετικού Σώματος τα επικυρωμένα κείμενα.


[σ42] Εννοείται ότι ο πρεσβύτερος είναι ο «καθεζόμενος εκ δεξιών», κατά την αξιολογική κλίμακα του “ancient regime”. 
[σ43] Στο πρωτότυπο “Ministro”, κατά λέξη: υπουργός – όπως μεταφράζεται τόσο το 1804, όσο και (πιο απρόσμενα) το 2008. Η μετάφραση «Πρόεδρος» αποδίδει πλήρως τα καθήκοντα των 2 γραμματέων που προεδρεύουν στις αντίστοιχες επιτροπές. Κρίνεται αναγκαίο να διακρίνουμε σαφώς το κυβερνητικό αξίωμα των υπουργών από τη λειτουργία μιας κοινοβουλευτικής επιτροπής.


55. Έκαστη των δύο Συμβουλευτικών Επιτροπών του Νομοθετικού Σώματος συγκροτείται από πέντε μέλη. Οι δύο Επιτροπές, η λειτουργία των οποίων ρυθμίζεται από κανονισμό ψηφισμένο από τις ίδιες, επεξεργάζονται προβουλευτικά τα ζητήματα ώστε να τεθούν υπό την κρίση της Ολομέλειας[σ43] από τον Πρόεδρο.

Η πρώτη Συμβουλευτική Επιτροπή ονομάζεται Νομοπαρασκευαστική, και εξοπλίζεται με ανάλογες αρμοδιότητες.[σ45] 
Ειδικά στη διαρκούσα Σύνοδο της πρώτης Νομοθετούσας Αρχής, η Νομοθετική ταυτίζεται με τη Συντακτική του Συντάγματος Επιτροπή, και αποφαίνεται επιπροσθέτως σε ζητήματα Εξωτερικών και Εσωτερικών υποθέσεων, Εμπορίου, Αστικής και Ποινικής Νομοθεσίας.


Η δεύτερη Προβουλευτική Επιτροπή είναι η επί των Ελέγχων[σ46] και Επικουριών με αντίστοιχες αρμοδιότητες επί των Οικονομικών και Πολεμικών υποθέσεων. Στη διαρκούσα Σύνοδο απαρτίζεται κανονικά από αιρετά μέλη.

Έκαστη των Επιτροπών εκλέγει από τους κόλπους της έναν Ειδικό Αγορητή που πρώτος λαμβάνει τον λόγο για να εισηγηθεί στο Νομοθετικό Σώμα τα προτεινόμενα από την οικεία Επιτροπή νομοσχέδια.

[σ44] “[…] alle deliberazioni della Legislatura”: εννοείται, στην Ολομέλεια, στην οποία δεν επισημαίνεται κώλυμα ψήφου των μελών των εισηγούμενων κατά περίπτωση Συμβουλευτικών Επιτροπών.   

[σ45-46] Αναφέρονται ονομαστικά οι έκτακτες αρμοδιότητες της πρώτης Επιτροπής (που ταυτίζεται με τη Συντακτική) – στις οποίες αντιδιαστέλλονται, σε αποστροφή του λόγου, “oltre gli attributi di questa”, οι άλλες (κανονικές;) αρμοδιότητές της. Ποιές όμως; Κατά τη φιλοσοφία του Επτανησιακού συνταγματικού συστήματος του 1803 – που μνημονεύει την Αμερικανική,  αστικοδημοκρατική αρχή των “checks and balances” (: ελέγχων και εξισορροπήσεων) στο ακροτελεύτιο Πρόσθετο Άρθρο, του σε κρυστάλλινη συνάφεια με την αρχή της διάκρισης των Εξουσιών (“la divisione, distinzione e sopravveglianza reciproca dei tre Poteri ”) – ο δυϊσμός των Επιτροπών υπαινίσσεται μάλλον δυναμικές παρά στατικές ισορροπίες. 
Καθώς πουθενά στο Συνταγματικό κείμενο δεν συνάγεται «μερισμός», «τοπολογική» κατανομή των αρμοδιοτήτων σε «τομείς», υποθέτουμε ότι η «νομοθετική» Επιτροπή ονομάζεται έτσι έχει γενικευμένη (συμβουλευτικού χαρακτήρα) αρμοδιότητα. Ενώ η πληρέστερη τιτλοφόρηση της δεύτερης Επιτροπής, «επί των Ελέγχων και των Επικουριών», στοιχισμένη στα οικονομικά και τα στρατιωτικά, δηλώνει εξελεγκτικές αρμοδιότητες που συμπληρώνουν την αμιγώς νομοθετικού προσανατολισμού δραστηριότητα της πρώτης Επιτροπής. 
 
56. Η θητεία των αιρετών αξιωματούχων του Νομοθετικού Σώματος, του Πρόεδρου, των Γραμματέων, και των Επιτρόπων, ταυτίζεται με τη διάρκεια των τακτικών Συνόδων για τις οποίες εκλέγονται.[σ47]


[σ47] Η διάταξη αποδυναμώνει τη Νομοθετική εξουσία που δεν νομιμοποιείται να εκφραστεί κατά τη (δεκάμηνη) αργία της.  

57. Το Νομοθετικό Σώμα δεν νομιμοποιείται να διεκπεραιώνει υποθέσεις που δεν έχουν προπαρασκευαστεί από τις Συμβουλευτικές Επιτροπές, και δεν έχουν ενταχθεί στην Ημερήσια Διάταξη. Αντίγραφα της Ημερήσιας Διάταξης διαβιβάζονται οπωσδήποτε στη Γερουσία, τη Τιμητεία και τη Προβουλευτική Αρχή,[σ48] προκειμένου να επιλαμβάνονται ζητημάτων της αρμοδιότητάς τους. Νόμος ορίζει το νόμιμο τρόπο συγκρότησης της Ημερήσιας Διάταξης και το νόμιμο τρόπο σύνταξης, έγκρισης και δημοσίευσης των Πρακτικών.

[σ48] “[…] ed alla Consulta Legislativa”: πρώτη αναφορά στην αρχή αυτή, που έχει προβουλευτικά καθήκοντα. Μεταφράζεται ως (η) «Νομοθετική Συμβουλία» το 1804, και «Νομοθετικό Συμβουλευτικό Όργανο» το 2008. 
 
58. Η συζήτηση θέματος που εισάγεται αυτοτελώς στο Νομοθετικό Σώμα αναβάλλεται για την προσεχή συνεδρίασή του, εκτός προταχθεί ως κατεπείγον προτάσει του Προέδρου και με έγκριση της ενισχυμένης πλειοψηφίας των δύο τρίτων.[σ49] Προτάσει της πλειονότητας των Συμβούλων η συζήτηση μπορεί να αναβληθεί εκ νέου δεύτερη και τρίτη φορά.
Εκλογική διαδικασία δεν επιτρέπεται να αναβληθεί.


[σ49] “[…] a pluralita assoluta di due terzi”, κατά λέξη: «απόλυτη» πλειοψηφία.

59. Το Νομοθετικό Σώμα, στη πρώτη τακτική συνεδρίασή του, εκλέγει τον Επικεφαλής της Εκτελεστικής Εξουσίας, [σ50]. Τοποθετούνται σε κάλπες διακεκριμένες κατά Νήσους λευκά σφαιρίδια ισάριθμα με τους Αντιπροσώπους ανά Νήσο, αφαιρουμένου ενός που αντικαθίσταται από κίτρινο. Αφού οι ανά Νήσο Αντιπρόσωποι αποσπούν από ένα σφαιρίδιο, συγκροτείται 7μελές εκλεκτορικό σώμα που καταρτίζει ψηφοδέλτιο δύο υποψηφίων εκ της ενεργούς Ευγενείας. Τούτοι μπορούν να προέρχονται απεριόριστα από οποιαδήποτε Νήσο, από τη Γερουσία είτε εκτός. Αποκλείονται τα μέλη του εκλέγοντος Νομοθετικό Σώματος. 
Οι υποψήφιοι πρέπει σε κάθε περίπτωση να έχουν συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας τους. Μετά το 1810, μπορούν να προταθούν μόνο εν ενεργεία ή διατελέσαντες Γερουσιαστές.[σ51] 
Το ψηφοδέλτιο με τα δύο ονόματα παραδίδεται σφραγισμένο στον Πρόεδρο του Νομοθετικού Σώματος.


Σε δεύτερη φάση, αφού αποκλειστούν οι πρώτοι επτά Εκλέκτορες και οι δύο μικρότερες Νήσοι,[σ52] η διαδικασία επαναλαμβάνεται με πέντε κάλπες διακεκριμένες κατά τις πέντε μεγαλύτερες Νήσους. Το πρόσθετο 5μελές εκλεκτορικό σώμα καταρτίζει ομοίως ψηφοδέλτιο δύο ονομάτων που παραδίδεται σφραγισμένο.

Σε τρίτη φάση, η διαδικασία επαναλαμβάνεται περιορισμένη στις τρεις μεγαλύτερες Νήσους. Το πρόσθετο 3μελές εκλεκτορικό σώμα καταρτίζει ψηφοδέλτιο ενός ονόματος που παραδίδεται σφραγισμένο.

Τελικώς, ο Πρόεδρος του Νομοθετικού Σώματος αποσφραγίζει διαδοχικά τους τρεις καταλόγους και κοινολογεί τους υποψήφιους, από τον ενοποιημένο κατάλογο των οποίων εκλέγει το Νομοθετικό Σώμα τον Επικεφαλής. 
Η Νήσος από την οποία κατάγεται ο εκλεγείς «Πρίγκηπας» αποκλείεται από το δικαίωμα υποβολής υποψηφιότητας των Ευγενών της για το ίδιο αξίωμα επί τέσσερα έτη μετά το πέρας της θητείας του ιδίου.


[σ50] “[…] il Capo de Potere esecutivo”.     
[σ51] Η ρύθμιση προσθέτει μία κατηγορία στον Επτανησιακό “Cursus Honorum”: οι εκλόγιμοι ως Επικεφαλής της Γερουσίας, αναγκαστικά (ως διατελέσαντες Γερουσιαστές σε ελάχιστη ηλικία 36 ετών και μετά από διετή θητεία) έχουν συμπληρώσει το 38ο έτος.  
[σ52] Βάσει του άρθρου 32 τρία ελάσσονα νησιά εξισώνονται ως προς την αντιπροσώπευση: τα Κύθηρα, η Ιθάκη και οι Παξοί. Κατά τη σειρά κατάταξης, φαίνεται ότι τα δύο τελευταία θεωρούνται τα μικρότερα και εξαιρούνται από το 5μελές πρόσθετο εκλεκτορικό σώμα. Με το ίδιο σκεπτικό η Αγία Μαύρα, τέταρτη στη σειρά, εξαιρείται από το 3μελές πρόσθετο εκλεκτορικό σώμα από κοινού με τα Κύθηρα.       


60. Το Νομοθετικό Σώμα εκλέγει τρεις Τιμητές της Πολιτείας και τον προσκείμενο στη Τιμητεία Γραμματέα βάσει τριπλών υποψηφιοτήτων ανά αξίωμα που καταρτίζουν 5μελή εκλεκτορικά σώματα, επιλεγμένα με το σύστημα των κίτρινων σφαιριδίων. Η τριανδρία των Τιμητών ανακηρύσσεται εις τρόπον ώστε οι προτιμώμενοι να κατάγονται από τρεις διαφορετικές Νήσους,[σ53] ενώ ο Γραμματέας μπορεί να κατάγεται από οποιαδήποτε Νήσο. 
Οι Τιμητές πρέπει να έχουν συμπληρώσει την ηλικία των τριάντα πέντε ετών.[σ54]
Από το έτος 1810 εκλόγιμοι στα αξιώματα αυτά θεωρούνται μόνο όσοι είναι εκλόγιμοι ως Νομοθέτες.
Η θητεία των εκλεγέντων Τιμητών διαρκεί, εναρμονισμένη με το γενικό κανόνα, δύο έτη. Επανεκλογή τους αποκλείεται πριν την πάροδο δύο ετών. 
Σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης, ή απόλυσης από τον Πρωθυπουργού είτε Τιμητού της Πολιτείας ή του Γραμματέα τους κατά τους μήνες αργίας του Νομοθετικού Σώματος, εκλέγεται αντικαταστάτης από τη Γερουσία.
Ανάλογη εκλογή παραμένει προσωρινά εν ισχύει, ως τη σύγκληση του Νομοθετικού Σώματος. Το Νομοθετικό Σώμα εκλέγει οριστικό αντικαταστάτη, η θητεία του οποίου λήγει εξάπαντος στον κανονικό χρόνο λήξης της θητείας του αντικατασταθέντος. 
Αναλόγως αναπληρώνεται από τη Γερουσία οποιαδήποτε χηρεύουσα θέση δημόσιου λειτουργού, η πλήρωση της οποίας ανήκει κανονικά στην αρμοδιότητα της Νομοθετούσας Αρχής ή των Συγκλήτων, έως ότου οι αρμόδιες αυτές αρχές επαναλάβουν τη Σύνοδό τους.


[σ53] Οι επιδιώξεις του Συντάγματος δεν είναι απόλυτα συμβατές με το εκλογικό σύστημα. Η πλειοψηφική αρχή ισχύει απεριόριστα μόνο για τον πλειοψηφούντα στο πρώτο ζεύγος υποψηφίων κατά τη σειρά των διαδοχικών εκλογών. Ο πλειοψηφών του δεύτερου ζεύγους ενδέχεται να μην εκλέγεται αν κατάγεται από τη Νήσο καταγωγής του πρώτου εκλεγέντος – έστω και αν λάβει ευρύτερη επιδοκιμασία από εκείνον. Η τρίτη ψηφοφορία ενδέχεται να περιττέυει αν οι 2 υποψήφιοι κατάγονται από τις Νήσους των εκλεγέντων στις προηγούμενες.     
[σ54] Η Τιμητεία διαφοροποιείται από τον Cursus Honorum.  


61. Το Νομοθετικό Σώμα εκλέγει τους Επτά Πρυτάνεις από ισάριθμα ψηφοδέλτια με διπλές υποψηφιότητες ανά Νήσο που του διαβιβάζουν, δια των Αντιπροσώπων τους, οι Σύγκλητοι. Τα ονόματα των εκλεγέντων διαβιβάζονται από το Νομοθετικό Σώμα στη Γερουσία, που τα κοινοποιεί στις Επτά Νήσους αφού πιστοποιήσει ότι κανείς τους δεν κατάγεται ή δεν διαμένει νόμιμα στη Νήσο όπου πρόκειται να πρυτανεύσει.
Αυτή η μέθοδος επιλογής[σ55] τίθεται σε εφαρμογή το έτος 1806, οπότε και άρχεται η δεύτερη Νομοθετική Περίοδος. Έως τότε οι εν ισχύει Πρυτάνεις νομιμοποιούνται να παραμείνουν στα αξιώματά τους από το παρόν Σύνταγμα εξομοιούμενοι με τους Συνταγματικούς Πρυτάνεις – εφόσον δεν θα αναδειχτούν σε άλλο αξίωμα από την εν ισχύει πρώτη Νομοθετούσα Αρχή. Στη τελευταία αυτή περίπτωση, το Νομοθετικό Σώμα αναπληρώνει τον εκλεγέντα από ψηφοδέλτιο με δύο υποψηφιότητες που του υποβάλλει η Γερουσία.


[σ55] “Questo metodo…”.

62. Το Νομοθετικό Σώμα εκλέγει τα επτά Μέλη του Ακυρωτικού Δικαστηρίου από τα ισάριθμα ψηφοδέλτια με διπλές υποψηφιότητες που του έχουν διαβιβάσει οι ανά Νήσο Σύγκλητοι. Δεν μπορούν να αναδειχθούν περισσότερα από δύο Μέλη καταγόμενα από την ίδια Νήσο. 
Αυτή η μέθοδος τίθεται σε εφαρμογή το έτος 1806. Κατά τη πρώτη Νομοθετική Περίοδο το Νομοθετικό Σώμα εκλέγει από ενιαίο ψηφοδέλτιο δεκατεσσάρων υποψηφιοτήτων που του υποβάλλει η Γερουσία.


63. Το Νομοθετικό Σώμα εκλέγει Γενικό Εισαγγελέα του Ακυρωτικού Δικαστηρίου κατά τη μέθοδο εκλογής του Γραμματέα της Τιμητείας. Από το έτος 1810 εκλέγονται μόνο όσοι έχουν διατελέσει Γενικοί Εισαγγελείς ή Μέλη του Ακυρωτικού Δικαστηρίου ή είναι εκλόγιμοι στο Ακυρωτικό Δικαστήριο.

Το εν ισχύι Νομοθετικό Σώμα εκλέγει τα Μέλη της Προβουλευτικής Αρχής[σ56] κατά τη τελευταία συνεδρίαση της διαρκούσας τακτικής του συνόδου, με τη διαδικασία εκλογής Τιμητών. Προσωρινά, το Σύνταγμα νομιμοποιεί τη διορισμένη από την εν ισχύι Γερουσία Πεντανδρία. Η ανάδειξη στην εν λόγω Αρχή δεν συνεπάγεται ασυμβίβαστο για τη κατάληψη άλλων πολιτειακών αξιωμάτων. Ασυμβίβαστο ισχύει για τα αξιώματα Νομοθέτη ή Γερουσιαστή: οι εκλεγέντες σε αυτά παύουν αυτομάτως να είναι μέλη της Προβουλευτικής Αρχής. 
Όταν περατώνονται η Σύνοδος του Νομοθετικού Σώματος, ομοίως περατώνεται η λειτουργία της Προβουλευτικής Αρχής, που αναβιώνει μόνο κατά την επανάληψη της Συνόδου. Εξαιρουμένων των ως άνω περιόδων λειτουργίας, η Ααρχή δεν νομιμοποιείται να δρα ή να απευθύνεται σε Πολιτειακές Αρχές ως συλλογικότητα.
Από το έτος 1810 μπορούν να εκλέγονται στην Αρχή μόνο οι εκλόγιμοι ως Νομοθέτες.


[σ56] Η Αρχή συγκροτείται σε 5μελή σύνθεση, όπως προδίδεται ήδη στο παρόν άρθρο από την αναφορά στη προσωρινή διορισμένη «Πεντανδρία» (δικός μας ο όρος – στο πρωτότυπο: “i cique nominati”).   

64. Στο σύνολο των παραπάνω εκλογικών διαδικασιών τηρείται η αρχή της πλειοψηφίας. Οποιαδήποτε άλλη νομοθετική πράξη ή νομοσχέδιο επικυρώνεται με ενισχυμένη πλειοψηφία δύο τρίτων. 
Νομοθετικές εργασίες δεν νομιμοποιούνται εφόσον δεν συντρέχει απαρτία των δύο τρίτων των μελών του Νομοθετικού Σώματος. Ομοίως δεν νομιμοποιούνται εφόσον απουσιάζει ο Πρόεδρος ή, σε περίπτωση κωλύματός του, ο πρεσβύτερος των μελών ο οποίος τον αντικαθιστά νόμιμα.[σ57]


[σ57] Μόνος ένας, ο (εξαιρουμένου του Προέδρου) πρεσβύτερος της πλήρους σύνθεσης του Σώματος έχει το δικαίωμα αναπλήρωσης – και όχι ο κατά περίπτωση, αφαιρουμένων των απόντων, πρεσβύτερος.     
 
65. Το Νομοθετικό Σώμα θα ενθρονίσει τη πρώτη Εκτελεστική Εξουσία με επίσημη θρησκευτική τελετή, στον καθεδρικό ναό της Εθνικής Αρχιεπισκοπής,[σ58] βάσει τυπικού οριζόμενου δια νόμου. 
Με το ίδιο τελετουργικό θα ενθρονίζονται, στο εξής, ο Πρίγκηπας και η Τιμητεία. 


[σ58] “[…] nella capella nazionale”: προοιωνίζεται άραγε εδώ το Σύνταγμα του 1803 το σχηματισμό μίας Αυτοκέφαλης «Εθνικής» (με την ειρημένη έννοια του «πολιτειακού έθνους») Εκκλησίας; Ας συνεξεταστεί σχετικά και το άρθρο 4 περί «Οργανικού Νόμου» που (ανα)συγκροτεί τον ανάτηνΕπικράτεια Ελληνορθόδοξο κλήρο.   
 
66. Το Νομοθετικό Σώμα περιβάλλει με την ισχύ νόμου μόνο πλήρως διαρθρωμένα νομοσχέδια που διαβιβάζει προς ψήφιση η Γερουσία, ή η Προβουλευτική Αρχή επί της Αστικής ή Ποινικής νομοθεσίας. Προϋποτίθεται πάντοτε η προηγούμενη γραπτή γνωμοδότηση της Γενικής Τιμητείας, και η προηγούμενη επεξεργασία μίας εκ των δύο Συμβουλευτικών Επιτροπών του Νομοθετικού Σώματος.(σ59) 
Το Νομοθετικό Σώμα δικαιούται να απευθύνει πρόσκληση ανάληψης νομοθετικής πρωτοβουλίας στη Γερουσία ή τη Προβουλευτική Αρχή κατά τη περίσταση της αρμοδιότητας, επί ορισμένου ζητήματος. Εφόρον η Γερουσία ή η Αρχή απορρίψουν δύο όμοιες προσκλήσεις επί του αυτού ζητήματος, η Γενική Τιμητεία αναπέμπει το ζήτημα στις Συγκλήτους, που αποφαίνονται κατά τις τακτικές τους Συνόδους.


[σ59] Στη Προβουλευτική Αρχή απόκειται η νομοθετική πρωτοβουλία επί των ειρημένων θεματικών του Αστικού και Ποινικού Δικαίου (όπου εκκρεμεί η κωδικοποίηση της νομοθεσίας) ενώ σε Συμβουλευτικές Επιτροπές η συμβουλή προς το Νομοθετικό Σώμα.   

67. Στη Γερουσία επιφυλάσσεται δικαίωμα ανασταλτικής αρνησικυρίας,(σ60) αν το Νομοθετικό Σώμα θεσπίσει νόμο δίχως τη προαπαιτούμενη νομοθετική πρωτοβουλία της ίδιας ή της Προβουλευτικής Αρχής. Τέτοιο ελαττωματικό κατά τη πρωτοβουλία νομοσχέδιο αναπέμπεται από τον Επικεφαλής της Εκτελεστικής Εξουσίας στις Συγκλήτους, που αποφαίνονται κατά τις τακτικές τους Συνόδους.

[σ60] “[…] compete al Senato il /Veto Sospensivo/”.

68. Στις περιπτώσεις αναπομπής των ανωτέρω άρθρων 66 και 67, οι αποφάσεις των Συγκλήτων, υπογεγραμμένες από τους Πρόβουλους και τα Πρυτανεία και δεσμεύουν τους νέους Αντιπροσώπους που εκλέγονται για την Εθνοσυνέλευση.[σ61] 
Τούτοι, στη πρώτη τακτική συνεδρίαση της νέας Νομοθετικής Περιόδου ανακοινώνουν από το Βήμα του Προεδρείου τη ψήφο των Συγκλήτων, που εξισώνεται με το σύνολο των ψήφων των ανά Νήσο Αντιπροσώπων. Απαιτείται ενισχυμένη πλειοψηφία τριών τετάρτων επί του συνολικού αριθμού των Αντιπροσώπων για να επικυρωθεί η πρόσκληση σε ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας ή το νομοσχέδιο. 
Εάν η πρόσκληση σε ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας επικυρωθεί η Γερουσία ή η Προβουλευτική Αρχή οφείλουν εντός 2οημέρου να εισηγηθούν στο Νομοθετικό Σώμα νομοσχέδιο προς ψήφιση. Με το πέρας της προθεσμίας, τη νομοθετική πρωτοβουλία αναλαμβάνει Συμβουλευτική Επιτροπή του Νομοθετικού Σώματος. Το Σώμα επικυρώνει χωρίς άλλο το νόμο που εκτελεί υποχρεωτικά η Γερουσία.


[σ61] “[…] ai nuovi Rappresentanti della Nazione da loro eletti.”

69. Η Γερουσία ή η Προβουλευτική Αρχή δύνανται να αποσύρουν νομοσχέδια που εισηγούνται σε οποιοδήποτε στάδιο της συζήτησης ενώπιον του Νομοθετικού Σώματος, και να τα εισηγηθούν εκ νέου τροποποιημένα.

70. Νομοσχέδιο που έχει απορριφθεί δεν επιτρέπεται να εισαχθεί δεύτερη φορά προς ψήφιση, διαρκούσης της ίδιας Συνόδου του Νομοθετικού Σώματος, στην ολότητά του. Είναι ανεκτό να εισαχθούν ξανά προς ψήφιση διαρκούσης της ίδιας Συνόδου, μερικότερες ρυθμίσεις ή και τροποποιημένα άρθρα του.

Για τη τροποποίηση ή κατάργηση κείμενης ρύθμισης του Αστικού Κώδικα ή του Ποινικού Κώδικα μετά την ολοκλήρωσή τους, η αρμόδια Προβουλευτική Αρχή πρέπει να αποσπάσει προηγούμενη εξουσιοδότηση με Νομοθετική Πράξη, θετική γνωμοδότηση της Γενικής Τιμητείας, και τη τελική επικύρωση με ενισχυμένη πλειοψηφία τριών τετάρτων του Νομοθετικού Σώματος. 

71. Στο προοίμιο κάθε θεσπισμένου Νόμου δηλώνονται υποχρεωτικά οι ημερομηνίες πρότασης και υπερψήφισής του, και η αιτιολογία του κατεπείγοντος όπου συντρέχει. Δίχως αυτά τα στοιχεία ο Νόμος δεν θεωρείται εκτελεστός.

72. Η Εκτελεστική Εξουσία υποχρεούται να σφραγίζει τους Νόμους και να τους δημοσιεύει δύο ημέρες μετά τη παραλαβή τους, υπό τον ακόλουθο Τύπο: 
«Εν ονόματι της Πολιτείας των Επτά Νήσων. Η Γερουσία επιτάττει ίνα ο Νόμος (ή το Νομοθετικόν ψήφισμα) περί ου ο λόγος, εσφραγισμένος τη σφραγίδι της Πολιτείας, δημοσιευθήι και εκτελεσθήι.»[σ62]


[σ62] Τηρούμε με μικροδιορθώσεις το λεκτικό της μετάφρασης του 1804: «Εν ονόματι της Πολιτείας των επτά Νήσων. Η Γερουσία επιτάττει ίνα (ο Νόμος) ή (το Νομοθετικόν ψήφισμα) περί ου ο λόγος, εσφραγισμένος τη σφραγίδι της Πολιτείας, δημοσιευθήι και εκτελεσθήι.» 

73. Το Νομοθετικό Σώμα θεσπίζει, τηρώντας τις ανωτέρω διατυπώσεις και διαδικασίες: 
(1) Τον ανα διετία Εθνικό Προϋπολογισμό που νομιμοποιεί τις δημόσιες δαπάνες και προσδιορίζει το είδος, το ύψος, τις αναλογίες, και τον τρόπο συλλογής των φορολογικών εσόδων. 
(2) Αυτοτελείς πόρους που ανταποκρίνονται στις αναγκαίες ανά Νήσο τοπικές δαπάνες, και δεν υπερβαίνουν το δέκα τοις εκατό των ανά Νήσο δημοσίων εσόδων, και τη μέθοδο πιστοποίησης της επιστροφής αδιάθετων υπολοίπων στη Εθνικό Θησαυροφυλάκιο.
(3) Πόρους προς συγκρότηση και συντήρηση χερσαίας και θαλάσσιας ένοπλης δύναμης.[σ63]
(4) Μέτρα διοίκησης, βελτίωσης, και απαλλοτρίωσης Εθνικών γαιών,[σ64] και διάθεσης των καρπών τους.[σ65]
(5) Μέτρα θεσμοθέτησης, συντήρησης και βελτίωσης της Δημόσιας Παιδείας, που θεμελιώνεται στα στοιχειώδη σχολεία ανά Νήσο, και επικεντρώνεται σε ένα Εθνικό Γυμνάσιο επιστημών, γραμμάτων, και ναυτικής εκπαίδευσης που θα εγκαθιδρυθεί στην Νήσο Κεφαλληνία.
(6) Μέτρα εδραίωσης, συντήρησης και βελτίωσης των Δημοσίων Ιδρυμάτων θεραπείας των ελευθέριων και χειρωνακτικών τεχνών, πρωτίστως της γεωργίας και του εμπορίου.
(7) Το νόμιμο τίτλο, το βάρος, τις παραστάσεις, την αξία και το μέταλλο του Εθνικού Νομίσματος.[σ66]
(8) Γενικώς, κάθε Νομοθετική Πράξη ή Νόμο – Αστικό, Ποινικό, Εκκλησιαστικό, Οικονομικό, Διοικητικό, Εμπορικό, ή Στρατιωτικό –, και οποιονδήποτε γενικό ή ειδικό Κανονισμό προταθεί από τις ανά Νήσο Συγκλήτους.


[σ63] Η μέριμνα για τη συγκρότηση αξιόμαχης πολεμικής δύναμης κατά θάλασσα και ξηρά είναι δηλωτική της Συντακτικής βούλησης περί συγκρότησης Εθνικής, αληθινά αυτοδύναμης (πέρα από τις διεθνοπολιτικές δυσκολίες του δεδομένου χρόνου) Πολιτείας.     
[σ64] “[…] dei beni nazionali”: τα εν λόγω «δημόσια αγαθά», που υπόκεινται σε «απαλλοτρίωση» (: “alienazione”) πρέπει να θεωρούνται έγγεια.  
[σ65] Κατά το παραπάνω, το “ritratto” (: προϊόν) των δημοσίων γαιών, είναι ιδίως οι γαιοπρόσοδοι από εκμίσθωση (πολιτικοί καρποί).  
[σ66] Η μέριμνα για το Εθνικό Νόμισμα, που εκδηλώνεται με την έμπρακτη έκδοση της Επτανησιακής «γαζέττας» κινείται στη κατεύθυνση συγκρότησης του «πολιτειακού Έθνους».  


74. Το Νομοθετικό Σώμα αναθεωρεί ανά εικοσαετία τον αριθμό των ανά Νήσο αντιπροσώπων στην Εθνοσυνέλευση και τη Γερουσία, βάσει απογραφών πληθυσμού που διαβιβάζουν οι Σύγκλητοι. 
Καμία αριθμητική τροποποίηση δεν μπορεί να επέλθει στο διάστημα που μεσολαβεί.


75. Στο Νομοθετικό Σώμα, προτάσει της Τιμητείας, απόκειται η απαγγελία κατηγοριών επί εσχάτης προδοσίας ή διασπάθισης του δημοσίου χρήματος σε μέλη του ή μέλη της Γερουσίας ή της Προβουλευτικής Αρχής, ή στους Πρυτάνεις. Το Νομοθετικό Σώμα, μετά την απολογία των υπόπτων γραπτώς ή προφορικώς μέ εξουσιοδοτημένο από τους ίδιους συνήγορο Αγορητή, αναστέλλει προληπτικά τις εξουσίες των κατηγορουμένων και παραπέμπει τις υποθέσεις αυτές στο Ανώτατο Συμβούλιο της Επικρατίας, όπου εκπροσωπείται από το Γενικό Εισαγγελέα. 
Εφόσον οι κατηγορούμενοι απαλλαγούν, αναλαμβάνουν πλήρως τις εξουσίες τους.
Ειδικά για το πρόσωπο του Επικεφαλής της Εκτελεστικής Εξουσίας, τηρούνται οι διατυπώσεις του άρθρου 102.


76. Στο Νομοθετικό Σώμα, προτάσει της Γερουσίας, απόκειται η απαγγελία κατηγοριών, η αναστολή εξουσιών, και η παραπομπή σε δίκη ως ανωτέρω, εφόσον στρέφεται κατά Τιμητών της Πολιτείας.

77. Στο Νομοθετικό Σώμα απόκειται η αστυνόμευση του τόπου των Συνόδων του.

78. Η νόμιμη επιβολή της ευταξίας των μελών από το Νομοθετικό Σώμα, δεν μπορεί να υπερβαίνει την απαγγελία ποινής επίπληξης, που καταγράφεται στα Πρακτικά και επισύρει 8ήμερη κράτηση.

79. Το Νομοθετικό Σώμα δεν εκπροσωπείται σε δημόσιες τελετές, ούτε αποστέλλει αντιπροσωπείες.

Γενική Τιμητεία

80. Η Γενική Τιμητεία απαρτίζεται από το τριμελές Κολλέγιο των Τιμητών της Πολιτείας και τον προσκείμενο Γραμματέα της Τιμητείας.

81. Ο πρεσβύτερος του τριμελούς γίνεται Πρόεδρος του Κολλεγίου και προσαγορεύεται «Έφορος».

82. Ο Έφορος, και εφόσον απουσιάζει λόγω σωματικού ή πνευματικού κωλύματος, ο δεύτερος σε ηλικία των Τιμητών υπογράφει όλες τις πράξεις ή αποφάσεις του Κολλεγίου. 
Οι πράξεις ανθυπογράφονται από το Γραμματέα της Τιμητείας. Σε περίπτωση διαφωνίας του θέτει την υπογραφή του σημειώνοντας ρητά και αιτιολογημένα τη κρίση του, προς απόσειση της ευθύνης του.


Στον Έφορο είναι απευθυντέες οι προς την Τιμητεία πράξεις των Αρχών και αιτιάσεις των ιδιωτών. 
  
83. Η εγκυρότητα οποιασδήποτε Πράξεως ή Αποφάσεως[σ67] της Τιμητείας προϋποθέτει την απαρτία τουλάχιστον δύο μελών του Κολλεγίου και του Γραμματέα, και τη καταχώρισή της σε βιβλίο Πρακτικών με υπογραφές των παρισταμένων Τιμητών και του Γραμματέα.[σ68] Σε περίπτωση σωματικού ή πνευματικού κωλύματος του Γραμματέα, και με προϋπόθεση την παρουσία του συνόλου του τριμελούς Κολλεγίου, ο νεότερος των Τιμητών εκτελεί χρέη Γραμματέως, επιφορτίζεται με την ευθύνη του, και καταχωρίζει τις αποφάσεις σε χωριστά Πρακτικά.


[σ67] “Verun atto ossia risoluzione…”: εναλλακτικές επωνυμίες του ίδιου τύπου διοικητικής πράξης.  
[σ68] Η Τιμητεία δεν ευρίσκεται σε νόμιμη σύνθεση χωρίς 3μελή συγκρότηση: δεν εμποδίζει τη νομιμότητα της πράξης η απουσία ενός Τιμητή ή του Γραμματέα – αλλά δεν μπορεί να απουσιάζουν 2 Τιμητές ή ένας και ο Γραμματέας. 
Προκύπτει επομένως η ανάγκη της ρύθμισης του επόμενου άρθρου 84.    
  
84. Σε περίπτωση σωματικού ή πνευματικού κωλύματος δύο Τιμητών, ο τρίτος οφείλει να ειδοποιήσει αμελλητί τη Γερουσία, η οποία εκλέγει δύο αναπληρωματικούς Τιμητές, η εξουσιοδότηση των οποίων παραμένει εν ισχύει μόνον όσο διαρκεί η σύμπτωση των κωλυμάτων δύο Τιμητών.


85. Οι Τιμητές της Πολιτείας είναι απαραβίαστοι, εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 76 και 120.

86. Οι Τιμητές διαθέτουν τιμητική φρουρά στο Δημόσιο Παλάτιο όπου εδρεύουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και δύνανται επίσης να καταλύουν. Τους αποδίδονται ανώτερες στρατιωτικές τιμές.

87. Στους Γενικούς Τιμητές απόκειται η εποπτεία των ανά Νήσο Τιμητειακών Κολλεγίων, τα οποία διαβιβάζουν τις παρατηρήσεις τους στη Γερουσία και το Νομοθετικό Σώμα μέσω της Γενικής Τιμητείας. 

88. Το Τιμητειακό Κολλέγιο της Πολιτείας επαγρυπνεί για τη τήρηση του Συντάγματος και του Νόμου. Καταγγέλλει στο Νομοθετικό Σώμα, ή στη Γερουσία στο χρόνο αργίας της Νομοθετούσας Αρχής, επιβουλές του Συντάγματος και της δημόσιας ασφάλειας, παράνομες πράξεις, και εγκλήματα εσχάτης προδοσίας η διασπάθισης του δημοσίου χρήματος, που αποδίδονται σε Αντιπροσώπους του Έθνους, ή μέλη της Εκτελεστικής Εξουσίας ή της Προβουλευτικής Αρχής, ή και των ανά Νήσο Πρυτάνεων.

89. Το Τιμητειακό Κολλέγιο παρίσταται χωρίς ψήφο, σε χωριστή Έδρα, σε όλες τις συνεδριάσεις του Νομοθετικού Σώματος, και επαγρυπνεί για τη πιστή τήρηση των τύπων και των κείμενων κανονισμών. 
Γνωμοδοτεί εγγράφως στο σύνολο των νομοσχεδίων που εισάγονται προς ψήφιση από τη Γερουσία ή τη Προβουλευτική Αρχή. Ο Έφορος, ή Τιμητής ορισμένος από αυτόν, δικαιούται δύο αγορεύσεις για κάθε θέμα που προτείνεται προς απόφαση στο Νομοθετικό Σώμα. 


90. Η Γερουσία δεν επιτρέπεται να προβεί στην οριστική κύρωση ή εκτέλεση αποφάσεων χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση προς τη Τιμητεία και τη σχετική γνωμοδότηση της τελευταίας. Εξαιρούνται τα κυβερνητικά ή εκτελεστικά μέτρα που θεμελιώνονται σε ήδη επικυρωμένους νόμους και διατάγματα. 
Οι Τιμητές έχουν δικαίωμα εναντίωσης σε κυβερνητικές αποφάσεις που αντιβαίνουν στο Σύνταγμα και τη νομιμότητα. Προς το σκοπό αυτό ανατρέχουν δικαιωματικά και εξετάζουν τα τηρούμενα από τους Γενικούς Γραμματείς μητρώα καταχώρισης κυβερνητικών αποφάσεων.


91. Εφόσον η Γερουσία εμμένει στη κύρωση ή εκτέλεση κυβερνητικής απόφασης στην οποία εναντιώνεται, ως αντισυνταγματική, η Τιμητεία, καταθέτει στη τελευταία αιτιολογημένη ένσταση επί της κρίσεώς της. 
Στη περίπτωση αυτή το Τιμητειακό Κολλέγιο δύναται να συγκαλέσει εκτάκτως, με διαδικασία κατεπείγοντος που πρέπει να αιτιολογηθεί, το Νομοθετικό Σώμα, ή να επιφυλαχθεί προκειμένου η διαφωνία των δύο Αρχών να αχθεί ενώπιον της επόμενης τακτικής Συνόδου της Νομοθετικής Αρχής. 
Η έκτακτη σύνοδος δεν συγκροτείται νόμιμα αν δεν παρίστανται τα δύο τρίτα των Αντιπροσώπων.


92. Το Κολλέγιο των Τιμητών, αιτήσει του Νομοθετικού Σώματος, αν συντρέχει άμεσος λόγος δημοσίου συμφέροντος και υψίστης σοβαρότητας, δύναται να συγκαλέσει τις ανά Νήσο Συγκλήτους μέσω των Τοπικών Τιμητειών. Τέτοιες έκτακτες σύνοδοι των Συγκλήτων δεν επιτρέπεται να διαρκέσουν περισσότερο από δεκαπέντε ημέρες, ούτε να ασχοληθούν με θέματα εξαιρουμένου εκείνου για το οποίο έχουν συγκληθεί. 
Η ψήφος των Συγκλήτων δεσμεύει τους Αντιπροσώπους τους στο Νομοθετικό Σώμα κατά τον τύπο του άρθρου 68.


93. Η Γερουσία υποβάλλει στο Τιμητειακό Κολλέγιο το σύνολο των νομοσχεδίων που προπαρασκεύασε προς ψήφιση και τον αναλυτικό ισολογισμό της Πολιτείας, δύο μήνες πριν από την τακτική Σύνοδο του Νομοθετικού Σώματος. 
Οι Τιμητές οφείλουν να εκθέσουν τα στοιχεία αυτά και τις παρατηρήσεις τους στη Νομοθετούσα Αρχή, η οποία αποφαίνεται βάσει συζήτησης στην ολομέλεια και στις Συμβουλευτικές Επιτροπές της. 
 
94. Κατ’ αρχήν η Γερουσία οφείλει να συμβουλεύεται τους Τιμητές στα πλέον σοβαρά ζητήματα της Πολιτείας.
Βάσει αυτού του κανόνα, οι Τιμητές φέρουν τον πρόσθετο τίτλο των «Συμβούλων του Κράτους».


ΤΙΤΛΟΣ 4. – Εκτελεστική Εξουσία

95. Η Εκτελεστική Εξουσία απόκειται σε Γερουσία που απαρτίζεται από ορισμένο αριθμό εκπροσώπων εκλεγμένων από τις ανά Νήσο Συγκλήτους. Η Γερουσία αυτή εδρεύει στη Κέρκυρα.

96. Η Γερουσία ανανεώνεται σε ετήσια βάση κατά το ήμισυ. Η διαδοχή πραγματοποιείται τη 1η Απριλίου. Κατά τη πρώτη διαδοχή αντικαθίστανται οι νεώτεροι εκ  των Γερουσιαστών, ενώ στις επόμενες αντικαθίστανται όσοι συμπληρώνουν διετή θητεία (κατά το γενικό κανόνα περί διετούς παραμονής των Δημόσιων Λειτουργών). 
Οι Νήσοι εκείνες, από τις οποίες κατάγονται οι πρώτοι προς αντικατάσταση, νεώτεροι Γερουσιαστές, εκλέγουν τη 15η Ιανουαρίου τους διαδόχους τους σε μια μόνη συνεδρίαση της Συγκλήτου.


97. Ο Επικεφαλής της Εκτελεστικής Εξουσίας ή Πρόεδρος της Γερουσίας προσαγορεύεται «Πρίγκηπας»[σ69] και παραμένει στο αξίωμά του επί δύο έτη.

[σ69] Κατά μία σαφή αναλογία προς τους ρωμαϊκούς προαυτοκρατορικούς θεσμούς, ο “Principe” («ηγεμών» στη μετάφραση του 1804) της “Senato” (Γερουσίας) παραπέμπει στον “princeps”, πρώτο-πρύτανη και πρόεδρο της ρωμαϊκής “Senatus”  ή «Συγκλήτου».

98. Εφόσον ο αναδειχθείς ως Πρίγκηπας δεν προέρχεται από τους κόλπους της Γερουσίας, αντικαθιστά το νεώτερο Γερουσιαστή της Νήσου εκείνης, από την οποία κατάγεται ο Πρίγκηπας.

99. Με το πέρας της θητείας του Πρίγκηπα, τη θέση του στη Γερουσία επανδρώνει Γερουσιαστής εκλεγμένος από τη Σύγκλητο της Νήσου καταγωγής του. Ο τέως Πρίγκηπας απαγορεύεται να απομακρυνθεί από την Επικράτεια, πριν συμπληρωθούν δύο έτη από το πέρας της θητείας του.

100. Σε περίπτωση θανάτου, ή σωματικού ή πνευματικού κωλύματος του Πρίγκηπα, η θέση του πληρούται εκ περιτροπής, σε μηνιαία βάση, από τους Γερουσιαστές κατά τα πρεσβεία της ηλικίας. Κατά το διάστημα της αντικατάστασης, ο εκτελών χρέη αναπληρωτή Γερουσιαστής προσαγορεύεται «Αντιπρόεδρος».
Η περιοδική αναπλήρωση του Πρίγκηπα παρατείνεται έως την άρση του κωλύματος ή την οριστική αντικατάσταση του Πρίγκηπα από τη Γερουσία κατά τη διάταξη του άρθρου 60.


101. Ο Πρίγκηπας προεδρεύει της Γερουσίας και τη συγκαλεί εκτάκτως. Υπογράφει το σύνολο των κυβερνητικών της πράξεων, που ανθυπογράφονται από έναν εκ των Γενικών Γραμματέων με δικαίωμα επισημείωσης της αιτιολογημένης διαφωνίας του. 

Ο Πρίγκηπας διαλέγεται με τις Ξένες Δυνάμεις, χειρίζεται τις διαπραγματεύσεις, και συνάπτει τις αναγκαίες διεθνείς συνθήκες, βάσει εισήγησης του Υπουργείου των Εξωτερικών και απόφασης της Γερουσίας. Παραχωρεί ακροάσεις στους Πρέσβεις ξένων Δυνάμεων, παραλαμβάνει τα διαπιστευτήριά τους, και διατυπώνει τις επίσημες αποκρίσεις της Κυβέρνησης παρουσία των μελών του Υπουργείου Εξωτερικών. 
Ομοίως, ο Πρίγκηπας επικυρώνει τα Διπλώματα των Πρέσβεων και διπλωματικών ακόλουθων της Πολιτείας στο Εξωτερικό, και τους απονέμει το «εκτελεσθήτω» που ορίζει η Γερουσία. Επίσης, εκδίδει πιστοποιητικά και ταξιδιωτικές οδηγίες προς πλοιοκτήτες που ναυτιλλώνται στην αλλοδαπή.


Όλες ανεξαιρέτως οι αναφορές Αρχών του Εξωτερικού και του Εσωτερικού και οι αιτήσεις πολιτών, είναι απευθυντέες στο όνομα του Πρίγκηπα. Οι Υπουργοί επιφορτίζονται με τη παραλαβή της ανάλογης αλληλογραφίας, η οποία αρχειοθετείται στο οικείο κατά περίπτωση Υπουργείο της Γερουσίας.

Ο Πρίγκηπας διορίζει με σύμφωνη γνώμη της Γερουσίας και λαμβανομένης υπόψει της γνώμης των αντίστοιχων συλλογικών Υπουργείων της Γερουσίας, τους επικεφαλής Υπουργούς.[σ70] 
Ομοίως, ο Πρίγκηπας διορίζει λαμβανομένης υπόψει της γνώμης του αρμόδιου υπουργείου, Πρέσβεις, Πρόξενους και διπλωματικούς ακόλουθους της Πολιτείας στο Εξωτερικό, και τους επιδίδει, σε εκτέλεση αποφάσεων της Κυβέρνησης, Αναγνωριστικά Διπλώματα, Διαπιστευτήρια, και απαραίτητες Οδηγίες.


Ο Πρίγκηπας προεδρεύει, κατά το δοκούν, σε οποιοδήποτε από τα Υπουργεία της Γερουσίας.

Ο Πρίγκηπας υπαγορεύει τη διάταξη μάχης και τις κινήσεις των Ενόπλων Δυνάμεων της Πολιτείας και εκδίδει τις διαταγές προκειμένου να πραγματοποιούν τα δόγματα της Κυβέρνησής του.

Ο Πρίγκηπας φυλάσσει τις Σφραγίδες του Κράτους και συγκαλεί τη Γερουσία στο επίσημο ενδιαίτημά του, στο Εθνικό Παλάτιο εντός του Παλαιού Φρουρίου της Κέρκυρας.

[σ70] “[…] udito il parere delle respettive Camere, i Ministri del Senato”: το 9 μελές (αφαιρουμένου του Πρίγκηπα) σχήμα της Γερουσίας, κατανέμεται σε τρία 3μελή συλλογικά Υπουργεία των οποίων προΐστανται οι «πρώτιστοι Υπουργοί» (: “i Ministri principali del Senato”) του άρθρου 35. Στη μετάφραση του 1804 τα όργανα αυτά αποδίδονται αυτολεξεί ως «Καμάρες» (ενικός: «Καμάρα», λέξη από την οποία παράγεται η εν χρήσει «Καμαρίλλα», δηλαδή το μυστικό διευθυντήριο), και «Υπουργοί» (όπου: “Ministri”) ή «Μυστικοί της Επικρατείας» (όπου: «Segretarii di Stato»), αντίστοιχα. 

102. Το πρόσωπο του Πρίγκηπα είναι απαραβίαστο και ακαταδίωκτο. Δεν επιτρέπεται να κατηγορηθεί ή να δικαστεί οποτεδήποτε για ό,τι είπε ή έγραψε ως Πρίγκηπας, παρά μόνο υπό ειδικές διατυπώσεις.

Οι Τιμητές της Πολιτείας δικαιούνται να απαγγείλουν στον Πρίγκηπα τεκμηριωμένη κατηγορία ενώπιον του Νομοθετικού Σώματος, το οποίο και συγκαλούν εκτάκτως.
Το Νομοθετικό Σώμα εγχειρίζει στον κατηγορούμενο Πρίγκηπα το κατηγορητήριο τις αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνεται και τον καλεί, με εύλογη προθεσμία, σε απολογία. Αυτοπρόσωπη απολογία του υπό κατηγορία Πρίγκηπα αποκλείεται. Η απολογία πραγματοποιείται με απολογητικό υπόμνημα που εκτίθεται από εξουσιοδοτημένο από τον ίδιο συνήγορο Αγορητή.


Εάν κριθεί ένοχος ο Πρίγκηπας, το Νομοθετικό Σώμα εκδίδει με απόλυτη πλειοψηφία ψήφισμα καθαίρεσης το οποίο αναστέλλει προσωρινά οι εξουσίες του. Το ψήφισμα να καθίσταται αμετάκλητο, εφόσον προσκυρωθεί από την απόλυτη πλειοψηφία της Γερουσίας, ενώπιον της οποίας ο Πρίγκηπας απολογείται με τον ίδιο τρόπο. 
Εφόσον προσκυρωθεί η καθαίρεση, το Νομοθετικό Σώμα προβαίνει στην ανάδειξη νέου Πρίγκηπα, και καταδικάζει τον έκπτωτο σε εξοστρακισμό, αποζημίωση, ή σωματική ποινή, ή ακόμα και στη κεφαλική ποινή, ανάλογα με τη φύση και τη βαρύτητα του αδικήματος και τις πρόνοιες του Νόμου.
Η ποινή εξοστρακισμού, δηλαδή η εξορία από την επικράτεια της Πολιτείας, παρατείνεται μόνον εφόσον ανανεώνεται από κάθε νέα Νομοθετούσα Αρχή. Επουδενί η ποινή του εξοστρακισμού δεν μπορεί να επιβληθεί συλλογικά στον Οίκο του έκπτωτου. Επίσης, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με δήμευση περιουσίας – εξαιρετέου του προστίμου που εξατομικεύεται στο πρόσωπό του από τη καταδικαστική απόφαση.[σ71] 
Εφόσον η καθαίρεση δεν προσκυρωθεί από τη Γερουσία, το Κολλέγιο των Τιμητών συγκαλεί εκτάκτως τις Συγκλήτους προκειμένου το Νομοθετικό Σώμα να αποφανθεί κατά τη ρύθμιση του άρθρου 68 και με ενισχυμένη πλειοψηφία των τριών τετάρτων την επικύρωση ή εξαφάνιση του ψηφίσματος καθαίρεσης.


Σε περίπτωση εξαφάνισης της καθαίρεσης ο Πρίγκηπας αποκαθίσταται, και οι Τιμητές καταδικάζονται από το Νομοθετικό Σώμα σε εξοστρακισμό (ανανεούμενο όπως στα παραπάνω από τις διάδοχες ανά διετία Νομοθετούσες Αρχές). Η ίδια ποινή επιβάλλεται και εφόσον η απολογία του Πρίγκηπα ανατρέψει το κατηγορητήριο, και αποδείξει ότι δεν είχε στοιχειοθετηθεί με τρόπο προσήκοντα στην ιδιάζουσα βαρύτητά του.

[σ71] “La sentenza dell’ ostracismo… non puo mai riguardare ne la famiglia di Prinzipe, ne i suoi beni quando non sia alla pena… aggiunta  quella di un’ ammenda personale determinate.” 
Το νόημα της ρύθμισης αποδίδει ήδη και η μετάφραση του 1804: «Η απόφασις του Οστρακισμού… ου δύναταί ποτε αφοράν προς τον οίκον του Ηγεμόνος, ή προς τα υπάρχοντα αυτού, αν εις την ποινήν… μη προστιθήται και η χρηματική ποινή προσωπικώς διορισμένη.»  


103. Ταυτόχρονα με την εκλογή νέου Πρίγκηπα, και δυνάμει καταγγελίας της Τιμητείας, η Νομοθετούσα Αρχή μπορεί να εκδώσει ψήφισμα βάσει του οποίου εξοστρακίζεται επί διετία ο απερχόμενος Πρίγκηπας. Εφόσον εντούτοις η Γερουσία αρνηθεί να προσκυρώσει ψήφισμα αυτό, πραγματοποιείται η κατά τη ρύθμιση του προηγούμενου άρθρου η προσφυγή στη γνώμη των Συγκλήτων, και στη συνακόλουθη απόφαση. 
Εφόσον προσκυρωθεί το ψήφισμα εξοστρακισμού, ο απερχόμενος Πρίγκηπας παραπέμπεται στο Ανώτατο Συμβούλιο της Επικρατείας για την επιμέτρηση πρόσθετων ποινών που επισύρει η φύση του αδικήματός του κατά τις πρόνοιες του Νόμου.  


104. Η Γερουσία προτείνει προς επικύρωση στο Νομοθετικό Σώμα κάθε νομοθετικό μέτρο, εξαιρετέων των αστικών και ποινικών νόμων η νομοθετική πρωτοβουλία επί των οποίων απόκειται στη Προβουλευτική Αρχή. Ομοίως, η Γερουσία προβαίνει σε ρυθμιστικά μέτρα και προκηρύξεις προς εκτέλεση νόμων που πηγάζουν τόσο από δική της νομοθετική πρωτοβουλία, όσο και από εκείνη της Προβουλευτικής Αρχής.  

105. Η Γερουσία λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο για τη διατήρηση της ειρήνης ανά την Επικράτεια, και επαγρυπνεί έναντι οποιασδήποτε επιβουλής κατά της δημόσιας ασφάλειας.

106. Εάν καταγγελθεί στη Γερουσία εξύφανση συνωμοσίας κατά του Κράτους, ή αδίκημα υπεξαίρεσης ή διασπάθισης δημόσιου χρήματος, ή κιβδηλείας, ή άλλο αδίκημα στο οποίο υποπίπτει δημόσιος λειτουργός κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, η ίδια δύναται να εκδώσει διάταγμα δίωξης των υπόπτων. Συλληφθέντες με αυτή τη διαδικασία πρέπει με τη πάροδο δύο ημερών να παραδοθούν στον αρμόδιο Δικαστή για να δικαστούν κατά το Νόμο ή να αφεθούν ελεύθεροι – οπότε τιμωρείται ο μηνυτής τους. 
Εάν δεν τηρηθεί η ανωτέρω προθεσμία ο Γενικός Γραμματέας που υπογράφει το διάταγμα είναι ποινικά κολάσιμος για αυθαίρετη κράτηση. Το Κολλέγιο των Τιμητών εξουσιοδοτείται να διαμαρτυρηθεί και να αντιταχθεί.  


107. Η Γερουσία δύναται να απαγγείλει κατηγορία:
(1) Στα μέλη της, εξαιρετέου του Πρίγκηπα. Στη περίπτωση αυτή, τα υπό κατηγορία μέλη της Γερουσίας παραπέμπονται ενώπιον του Ανωτάτου Συμβουλίου της Επικρατείας από το Γενικό Εισαγγελέα.
(2) Στους Τιμητές της Πολιτείας ενώπιον του Νομοθετικού Σώματος, ή, στο χρόνο κατά τον οποίο το Νομοθετικό Σώμα δεν είναι σε σύνοδο, ενώπιον του Ανωτάτου Συμβουλίου της Επικρατείας.
(3) Βάσει καταγγελίας των Τιμητών της Πολιτείας, σε οποιονδήποτε δημόσιο λειτουργό ενώπιον του Ανωτάτου Συμβουλίου της Επικρατείας ή των τακτικών Δικαστηρίων. Οποιοσδήποτε υπό κατηγορία λειτουργός απαλλάσσεται αυτοδικαίως από τις εξουσίες του, στις οποίες πάντως αποκαθίσταται εφόσον αθωωθεί.


108. Η Γερουσία μέσω του Πρίγκηπα ασκεί τα καθήκοντα διάταξης και διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων της Πολιτείας. Εντούτοις δεν επιτρέπεται σε μέλος της να συμπίπτει η ιδιότητα του εν ενεργεία Αρχιστράτηγου.

109. Η Γερουσία διορίζει τη στρατιωτική ιεραρχία στο σύνολό της, καθορίζει τους απαιτούμενους στρατιωτικούς κανονισμούς και διατάσσει τις μεταθέσεις των στρατιωτικών κατά τις πρόνοιες του Νόμου.

110. Στη Γερουσία απόκειται η εποπτεία της Εθνικής Νομισματοκοπίας και της δια νόμου καθιερωμένης νομισματικής κυκλοφορίας.

111. Στη Γερουσία απόκειται κατά γενική αρμοδιότητα η εύρυθμη λειτουργία του Κράτους. Προς το σκοπό αυτό, διασφαλίζει την εκτέλεση της νομοθεσίας από τα, υπό την εποπτεία της, ανά τις Νήσους Πρυτανεία.  

112. Η Γερουσία κανονίζει τη ταμειακή λειτουργία του Κράτους κατά τις ειδικές επιταγές της εκάστοτε Νομοθετούσας Αρχής, και βάσει των παρακάτω γενικών παραδοχών: 
(1) Η Γερουσία, διαμέσου του Υπουργείου της επί των Οικονομικών και των υπηρεσιών του, διασφαλίζει την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, και ρυθμίζει τη ροή των δημοσίων δαπανών και κονδυλίων.  
(2) Η εγκυρότητα των ανωτέρω δημόσιων πληρωμών θεμελιώνεται αποκλειστικά στο Νόμο ή σε απόφαση της Γερουσίας, και νομιμοποιείται με Ένταλμα Πληρωμής υπογεγραμμένο από τον Υπουργό των Οικονομικών και το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου. 
Επιπλέον η νομιμότητα ορισμένης δημόσιας πληρωμής προϋποθέτει τη ταμειακή κάλυψή της από τα εγγεγραμμένα στη συγκεκριμένη κατηγορία δαπανών κονδύλια.    
(3) Εθνικοί Ισολογισμοί,[σ72] υπογεγραμμένοι και πιστοποιημένοι από τον Υπουργό των Οικονομικών και τον προσκείμενό του Γενικό Γραμματέα, δημοσιεύονται σε ετήσια βάση. 
(4) Οι εκ του Υπουργείου Οικονομικών ανωτέρω ισολογισμοί, δύο μήνες πριν τη Σύνοδο του Νομοθετικού Σώματος, υποβάλλονται στον έλεγχο του Τιμητειακού Κολλεγίου. Στο Νομοθετικό Σώμα κατατίθενται από τη Τιμητεία. 
(5) Μυστικές δαπάνες κοινοποιούνται αποκλειστικά στο Τιμητειακό Κολλέγιο και δεν δημοσιεύονται. Εφόσον η Τιμητεία τις απορρίψει, και μόνο τότε, η Γερουσία καλείται να τις αιτιολογήσει ενώπιον του Νομοθετικού Σώματος, υπό επιφυλάξεις εχεμύθειας που συνομολογούνται με το Νομοθετικό Σώμα.
(6) Μέθοδοι λογιστικής καταγραφής σε χρήση από τη προσωρινή Κυβέρνηση καταργούνται στο εξής, και αντικαθίστανται από απλούστερη παραστατική μέθοδο. 

[σ72] “I conti dettagliati delle rendite e spese…”. 


113. Η θρησκευτική λατρεία, η δημόσια παιδεία, κοινωφελείς επιστημονικές, φιλολογικές ή πολυτεχνικές σχολές, το εμπόριο και η ναυτιλία τελούν αδιαμεσολάβητα υπό την αιγίδα και προστασία της Γερουσίας.

114. Προκειμένου να ανταποκριθεί στην ευρύτητα των κυβερνητικών της αρμοδιοτήτων, η Γερουσία υποδιαιρείται σε τρία Υπουργεία. Έκαστο εξ αυτών συγκροτείται συλλογικά από τρεις Γερουσιαστές που ορίζει  ο Πρίγκηπας με σύμφωνη γνώμη της ολομέλειας της Γερουσίας, και έναν Γενικό Γραμματέα.[σ73]

Πρώτον: το Υπουργείο επί των Εξωτερικών Υποθέσεων. Επεξεργάζεται εσωτερικά,[σ74] και εισηγείται προς ψήφιση στη Γερουσία αποφάσεις για τους Πρέσβεις και τους εμπορικούς ακόλουθους της Πολιτείας στο εξωτερικό, τους διαπιστευμένους στο Κράτος Πρέσβεις και εμπορικούς ακόλουθους. 
Ομοίως, εισηγείται επί θεμάτων διεθνών σχέσεων, διαπραγματεύσεων και σύναψης συνθηκών, καθώς επίσης και επί θεμάτων εμπορικών συμβάσεων, εμπορικής ναυτιλίας, και εξαγωγικού ή εισαγωγικού εμπορίου.


Δεύτερον: το Υπουργείο επί των Εσωτερικών Υποθέσεων. Επεξεργάζεται εσωτερικά και εισηγείται ως ανωτέρω επί θεμάτων δημόσιας παιδείας, κοινωφελών σχολών, θρησκευτικής λατρείας, εθνικών γαιών,[σ75] της αστυνομικής και υγειονομικής ευταξίας. 
Ομοίως, εισηγείται κατά γενική αρμοδιότητα επί θεμάτων διοίκησης των Επτά ανά Νήσο Πρυτανειών.


Τρίτον: το Υπουργείο Οικονομικών και Ενόπλων Δυνάμεων. Επεξεργάζεται εσωτερικά και εισηγείται επί θεμάτων Εθνικού θησαυροφυλακίου, τακτικού στρατού και Εθνοφυλακής της Πολιτείας. 
Εκτός του προσκείμενου σε αυτό Γενικού Γραμματέα, στο υπό εξέταση υπουργείο προστίθεται ο Γενικός Θησαυροφύλακας, τον οποίο εκλέγει η ολομέλεια της Γερουσίας από ψηφοδέλτιο εκ τριών ονομάτων που της υποβάλλει το υπουργείο. Νόμος ορίζει εκείνη τη περιουσιακή επιφάνεια που κρίνεται αναγκαία προκειμένου να ασκήσει φερέγγυα τις λειτουργίες του ο Θησαυροφύλακας.[σ76]


[σ73] Προτιμήθηκε εδώ να αποδοθεί ως «Γενικός Γραμματέας» ο “Segretario di Stato” (αυτολεξεί: Γραμματέας του Κράτους – έτσι στη μετάφραση του 2008, ενώ με το εντελώς παρωχημένο και δυσλειτουργικό «Μυστικός της Επικρατείας» στη μετάφραση του 1804).
Παραπέμπουμε σχετικά στη παράλληλη χρήση των τίτλων “Censura-Censori della Repubblica” δηλαδή «Τιμητεία-Τιμητές της Πολιτείας», και “Censura Generale”, δηλαδή «Γενική Τιμητεία». 
[σ74] “Essa esamina, discute…”. 
[σ75] “[…] beni nazionali”: στη μετάφραση του 1804 «υπάρχοντα του Γένους»,[sic] ενώ στη μετάφραση του 2008 «Εθνικές Ιδιοκτησίες».  
[σ76] “Questo Tesoriere non puo esercitare I suoi funzioni, che previa la mallevadoria idonea d’ una somma determinata dalla legge per la sua fidele amministrazione.” Στη μετάφραση του 1804 αυτή η ρύθμιση αποδίδεται ως εξής: «Ούτος ο Ταμίας ου δύναται ασκείν τας εαυτού ενεργείας, ει μη προπαράσχη την επαρκούσαν εγγύησιν της υπό του Νόμου διορισμένης ποσότητος δια το πιστόν αυτού κυβέρνημα.»
Αντίθετα, κατά τη μετάφραση του 2008, το νόημα είναι: «Εγγύηση για τη φερεγγυότητα των διαχειριστικών αρμοδιοτήτων[sic] του Θησαυροφύλακα αποτελεί η θεσμοθέτηση ενός ικανοποιητικού μισθού για το αξίωμά του».  
Νομίζουμε ότι η “somma determinata”, η «καθορισμένη συνολική ποσότητα» του Συντάγματος, υπαινίσσεται μία ρύθμιση εγγύτερη στο τιμοκρατικό πνεύμα του Συντακτικού νομοθέτη του 1803.    


115. Η Γερουσία εκλέγει, προτάσει του Πρίγκηπα, τους τρεις Γενικούς Γραμματείς που προσκολλώνται στα Υπουργεία. Η ίδια τους ανακαλεί έπειτα από αιτιολογημένη εισήγηση ενός εκάστου υπουργείου, που συγκεντρώνει την απόλυτη πλειοψηφία των οικείων του μελών.   

116. Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών κοινοποιεί απευθείας αλλά εξ ονόματος της Γερουσίας τις αποφάσεις της στους Πρέσβεις και διπλωματικούς ακόλουθους της Πολιτείας στο Εξωτερικό, και στους ξένους Πρέσβεις και διπλωματικούς ακόλουθους στο Εσωτερικό. 
Ομοίως, οι Γενικοί Γραμματείς στο Υπουργείο Εσωτερικών και το Υπουργείο Οικονομικών και Ενόπλων Δυνάμεων αλληλογραφούν αρμοδίως με τις συντεταγμένες αρχές του Κράτους.


Οι τρεις Γενικοί Γραμματείς έχουν συμβουλευτικό λόγο στην ολομέλεια της Γερουσίας, στην οποία μετέχουν τηρώντας Πρακτικά που αφορούν στο υπουργείο ενός εκάστου. 
Η ιδιότητα του Γενικού Γραμματέα σε περισσότερα υπουργεία δεν μπορεί να συμπίπτει στο ίδιο άτομο. Ειδικά στο Υπουργείο Εξωτερικών χρέη Γενικού Γραμματέα μπορεί να εκτελεί μέλος του – του οποίου αναστέλλεται, όσον αφορά στην εκτέλεση των καθηκόντων του ως Γραμματέα, το απαραβίαστο του Γερουσιαστή. 


117. Οι Γενικοί Γραμματείς έχουν δικαίωμα παράστασης σε συνεδρίαση του Νομοθετικού Σώματος που επεξεργάζεται νομοσχέδια αρμοδιότητάς τους και δικαίωμα δύο αγορεύσεων προς υποστήριξή τους. Επιπροσθέτως, εξαιρουμένου του Γενικού Γραμματέα, η Γερουσία δύναται να παρίσταται με μέλος της Γερουσίας που διορίζει ως ειδικό επί του θέματος Αγορητή. Εφόσον κατά την αγόρευσή τους ο Αγορητής ή ο Γενικός Γραμματέας παρεκκλίνουν του θέματος, ο Πρόεδρος του Νομοθετικού Σώματος οφείλει να τους αφαιρέσει το λόγο.  

118. Οι Γερουσιαστές είναι απαραβίαστοι και ακαταδίωκτοι. Δεν επιτρέπεται να κατηγορηθούν ή να καταδικαστούν οποτεδήποτε για ό,τι είπαν ή έγραψαν κατά την άσκηση των δημοσίων καθηκόντων τους. Δύνανται όμως να συλληφθούν επί αυτοφώρου αδικήματος. Στη περίπτωση αυτή δεν να επιτρέπεται να τους απαγγελθεί κατηγορία χωρίς απόφαση της Γερουσίας ή πράξη του Νομοθετικού Σώματος.

119. Οι Γενικοί Γραμματείς μπορούν να θεωρηθούν υπόλογοι:
(1) Για αποφάσεις της Γερουσίας που συνυπογράφουν αν δεν επισημειώνουν αιτιολογημένη διαφωνία, όπως δικαιούνται. 
(2) Για το ανεκτέλεστο νόμων ή επικυρωμένου διοικητικού κανονισμού.
(3) Για εντολές που εξέδωσαν παραβιάζοντας το Σύνταγμα, το Νόμο ή τις αποφάσεις της Γερουσίας. 
Εφόσον συλληφθούν κατά τη διάπραξη αυτόφωρου αδικήματος, εφαρμόζονται οι περί Γερουσιαστών περιορισμοί.


120. Οι Πρέσβεις είναι ακαταδίωκτοι για τα πεπραγμένα τους σε εκτέλεση των καθηκόντων τους, εξαιρουμένων περιπτώσεων νομιμοποίησης της δίωξης με απόφαση της Γερουσίας.

ΤΙΤΛΟΣ 5. – Αυτοδιοίκηση των Επτά Νήσων

121. Η Αυτοδιοίκηση ανά τις Νήσους απόκειται στο Πρυτανείο και σε θεματικά Αρχοντεία, τον αριθμό και αρμοδιότητες των οποίων ορίζει ο νόμος.

122. Τα συλλογικά σώματα των Πρυτανείων ή των Αρχοντείων δεν δύνανται να τροποποιήσουν ή να αναστείλουν την εφαρμογή οποιουδήποτε νόμου ή την εκτέλεση οποιασδήποτε κυβερνητικής απόφασης, ούτε νομιμοποιούνται να παρεμβαίνουν στις δικαστικές υποθέσεις. 

123. Η Γερουσία διατηρεί δικαίωμα εξαφάνισης πράξεων των Πρυτανείων και Αρχοντείων που παραβιάζουν τη νομιμότητα, είτε κυβερνητικές πράξεις ή διαταγές, αιτιολογημένα και κατόπιν σχετικής αναφοράς των Υπουργείων. Σε περίπτωση συνεχιζόμενης απείθειας η Γερουσία μπορεί να αναστείλει, πάντοτε αιτιολογημένα, τις εξουσίες οποιουδήποτε Μέλος των τοπικών αρχών, και να το παραπέμψει σε δίκη.

124. Τα Πρυτανεία μπορούν να λάβουν αντίστοιχα πειθαρχικά μέτρα για τα Αρχοντεία ή τα Μέλη τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα μέτρα καθαίρεσης ή προληπτικής αναστολής των λειτουργιών λαμβάνονται με αιτιολογημένη απόφαση και απόλυτη πλειοψηφία του συλλογικού Πρυτανείου. Ανάλογα μέτρα λογίζονται προσωρινά και δεν νομιμοποιούν τη κίνηση ποινικής διαδικασίας χωρίς έγκριση της Γερουσίας.

125. Η Γερουσία και τα Πρυτανεία δεν νομιμοποιούνται να επιβάλλουν μέτρα καθαίρεσης ή προληπτικής αναστολής των λειτουργιών σε βάρος του τοπικού Κολλεγίου των Τιμητών. Επιβολή ανάλογων μέτρων επιφυλάσσεται αποκλειστικά στη Γενική Τιμητεία, που ενεργεί κατόπιν αιτήματος της Γερουσίας, και αφού ληφθεί υπόψει η απολογία των τοπικών Τιμητών.

126. Τα ανά τις Νήσους Πρυτανεία συγκροτούνται από τον πρώτο τη τάξει, που μόνος προσαγορεύεται «Πρύτανης», και απαραιτήτως δεν είναι γηγενής ή νομίμως διαμένων στη πρυτανευόμενη Νήσο, συν δύο εντόπια μέλη που προσαγορεύονται «Πρυτανικοί». 
Απαγορεύεται ο εν Κερκύρα Πρίγκηπας και ο Πρύτανης της Κέρκυρας να κατάγονται από την ίδια Νήσο.


127. Μόνος ο Πρύτανης έχει αποφασιστική αρμοδιότητα. Οι Πρυτανικοί έχουν συμβουλευτική αρμοδιότητα – αλλά οι απόφασεις του Πρύτανη δεν εξοπλίζονται με εκτελεστότητα πριν εκδηλωθεί με εξειδικευμένη αναφορά η συμβουλευτική αρμοδιότητα αμφότερων των προσκείμενων σε αυτόν Πρυτανικών. 
Εξαιρούνται από την αναστολή της εκτελεστότητας πράξεις του Πρύτανη σε εκτέλεση κυβερνητικής διαταγής της Γερουσίας, ή διατάγματος δίωξης επί αδικήματος που στρέφεται κατά της δημόσια τάξης και ασφάλειας. Συλληφθέντες με αυτή τη διαδικασία πρέπει να αποδοθούν στον Αστικό Δικαστή εντός δύο ημερών, αλλιώς απαγγέλλεται κατηγορία παράνομης κράτησης.         


128. Τα Πρυτανεία συνεδριάζουν τακτικά δύο φορές την εβδομάδα και εκτάκτως κατά τη κρίση του Πρύτανη ή κατ’ αίτηση ενός εκ των Πρυτανικών. Ο Γραμματέας του Πρύτανη παρίσταται και τηρεί Πρακτικά των συνεδριάσεων. Ανά δίμηνο τα Πρακτικά υποβάλλονται στη Γερουσία δια του Υπουργείου Εσωτερικών.

129. Ομόφωνη αντίρρηση των Πρυτανικών αναστέλει την εκτελεστότητα πράξης του Πρύτανη, εφόσον ανήκει στη κατηγορία των εφ’ άπαξ εκδιδόμενων πράξεων. Στη περίπτωση αυτή, ενημερώνεται η Γερουσία, στην οποία μετατίθεται η οριστική αποφασιστική αρμοδιότητα. 
Νόμος ορίζει τις εφ’ άπαξ εκδιδόμενες πράξεις της Πρυτανείας. 
 
130. Οι ανά τις Νήσους ένοπλες δυνάμεις τελούν υπό τις άμεσες διαταγές μόνου του Πρύτανη. Ο Πρύτανης διαθέτει τις ένοπλες δυνάμεις ανταποκρινόμενος στις αιτιολογημένες και νόμιμες αιτήσεις των Αρχοντείων και των Δικαστικών Αρχών. Ουδέποτε όμως διαθέτει ένοπλη δύναμη στους τοπικούς Τιμητές.
Ο Πρύτανης δεν νομιμοποιείται να τροποποιήσει τη δύναμη ή τη διάταξη της τοπικής φρουράς, που διαρθρώνεται κατά τα δόγματα της Γερουσίας. Δύναται εντούτοις να υποβάλει σχετική γνώμη στη Γερουσία.


131. Εν ονόματι του Πρύτανη δημοσιεύεται το σύνολο των πράξεων του Πρυτανείου και των Αρχοντείων.

132. Μόνος ο Πρύτανης κυρώνει τη κατάθεση των πιστοποιητικών των εμπορικών ακολούθων, προκειμένου αυτά να αποσταλούν στη Γερουσία για την αναγκαία επικύρωσή τους. Σε κάθε περίπτωση οι εμπορικοί ακόλουθοι δεν νομιμοποιούνται τυπικώς να ασκούν τις λειτουργίες τους χωρίς την επικύρωση της Γερουσίας.

133. Από τον Πρύτανη, κατά τύπους που ορίζονται στη νομοθεσία, εφοδιάζονται οι πλοίαρχοι ή και πλοιοκτήτες των εμπορικών πλοίων με πιστοποιητικά και νηολογήσεις που εκδίδει η Γερουσία.

134. Στο σύνολό τους οι ανά τις Νήσους δημόσιες πράξεις των Αρχών, καθώς επίσης και τα μνημόνια, οι εκθέσεις, και οι αιτήσεις μεμονωμένων πολιτών, είναι απευθυντέα στους Πρυτάνεις.

135. Ο Πρύτανης διατηρεί αδιάκοπη επικοινωνία με τη Γερουσία.

136. Οι Πρυτάνεις δεν νομιμοποιούνται σε αμοιβαίες ανταποκρίσεις επί των γενικών υποθέσεων της Πολιτείας.

137. Στα Πρυτανεία απόκειται: 
(1) Η εποπτεία θεμάτων θρησκευτικής λατρείας, ηθών και θεαμάτων, αστυνομικής και υγειονομικής τάξης, εμπορίου και ναυτιλίας, καλών και χειρωνακτικών τεχνών, δημόσιας παιδείας και κοινωφελών σχολών. Ομοίως, θεμάτων επαιτείας, δημοσίων ασύλων, ενεχυροδανειστηρίων και στρατιωτικών νοσοκομείων,[σ77] και γενικώς των αφορώντων στην εσωτερική διοίκηση ανά τις Νήσους, σε εφαρμογή της νομοθεσίας και εκτέλεση των κυβερνητικών αποφάσεων – αλλά και σε τήρηση των εν ισχύει αρχαιότερων Κοινοτικών Νομοθεσιών.[σ78]
(2) Η εποπτεία των Αρχοντείων, εξαιρουμένου του τοπικού Κολλεγίου των Τιμητών.
(3) Η είσπραξη των δημοσίων εσόδων, η απόδοση των αυτοτελών πόρων που προορίζει ο Προϋπολογισμός για τις τοπικές ανάγκες, και η τακτική και ακριβής καταβολή των αναλογούντων στο Εθνικό Θησαυροφυλάκιο.
(4) Η τήρηση των καθηκόντων του Πρύτανη και του Πρυτανείου που αφορούν στο Πολιτικό Μητρώο και τις Συγκλήτους, όπως προσδιορίζονται στα άρθρα 20,23,24,26,31,38 και 41. 


[σ77] “[…] mendichi, ospizi civili, ospitali military, monti di pieta”: θέματα «κοινωνικής πρόνοιας» (με σημερινούς όρους). 
[σ78] “[…] ed ai regolamenti municipali non abrogati”: τα κατάλοιπα της «κοινοτικής», ανά τις Νήσους, νομοθεσίας του “ancient regime”.  


138. Για την επεξεργασία του συνόλου αυτών των θεμάτων, την αποφασιστική αρμοδιότητα επί των οποίων διατηρεί ο Πρύτανης, το Πρυτανείο κατανέμει στα προσκείμενα Μέλη του τη πληροφόρηση επί ενός ή περισσότερων θεμάτων. Η εξειδίκευση και διαλεύκανση των θεμάτων επαφίεται στην αιτιολογημένη εισήγηση του εντεταλμένου Μέλους, που στοιχειοθετείται με συνημμένα έγγραφα. 
 
139. Στα συλλογικά σώματα των ανά τις Νήσους Πρυτανείων και στο ατομικό όργανο του Πρύτανη ειδικότερα, πρόσκειται ένας Γραμματέας. Ο Γραμματέας εκλέγεται από τη Γερουσία, βάσει ψηφοδελτίου με τρεις υποψηφιότητες που αμελλητί υποβάλλει ο Πρύτανης μετά την ανάδειξή του. Ο Γραμματέας δεν επιτρέπεται να είναι γηγενής ή νομίμως διαμένων στη Νήσο όπου διορίζεται. 
Ο Γραμματέας ευθύνεται για τις πράξεις που υπογράφει ο Πρύτανης, και δεν είναι εκτελεστές χωρίς την ανθυπογραφή του ιδίου. Αντιτάσσεται επισημειώνοντας τη διαφωνία του κατά την υπογραφή του.


140. Οι ανά τις Νήσους Πρυτάνεις, τα Πρυτανεία και το σύνολο των τοπικών Αρχοντείων και Δικαστηρίων εδρεύουν στις καθιερωμένες πρωτεύουσες των Νήσων.

Στη Κεφαλληνία θεσπίζεται στο Ληξούρι Αρχοντείο της Υγείας που απαρτίζεται από τρία Μέλη και εξομοιώνεται πλήρως με το Αρχοντείο της Υγείας  του Αργοστολίου. Αμφότερα, συγκεντρώνονται στο Αργοστόλι, υπό τον Πρύτανη, προκειμένου να συγκροτήσουν το (όπως και στις άλλες Νήσους) το Κολλεγιέτο της Υγείας. Το όργανο αυτό επιφορτίζεται με την έκδοση του συνόλου των εσωτερικών Υγειονομικών Κανονισμών. 
Το Κολλεγιέτο της Υγείας διορίζει, διευθύνει και ανακαλεί, στη περίπτωση της Κεφαλληνίας, τις κατά το νόμο Υγειονομικές Αρχές στο Φρούριο της Άσσου, και σε κάθε άλλο μέρος της Νήσου.


Η τριμερής υποδιαίρεση της Κεφαλληνίας[σ79] εφαρμόζεται και κατά το διορισμό Αρχών Επισιτισμού, όπως ορίζει ειδικότερα η νομοθεσία.

[σ79] Βλέπε και παραπάνω: σ36 στο άρθρο 39.

141. Στις Τοπικές Τιμητείες που απαρτίζονται από τα ανά τις Νήσους Τιμητειακά Κολλέγια και τους προσκείμενους Γραμματείς απόκεινται τα καθήκονται που τους ανατίθενται κατά τα άρθρα 16, 23, 28, 29, 31, 41 και 42 και η εποπτεία των ηθών, της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, και της διαγωγής του Πρυτανείου και των Δικαστών.

Σε ό,τι αφορά στο Πρυτανείο, και εφόσον οι πράξεις του νεωτερίζουν ή παραβιάζουν τη νομιμότητα, διαμαρτύρονται ενώπιον του ιδίου, και εάν η κατάχρηση εξακολουθεί, διαβιβάζουν τη καταγγελία στη Γενική Τιμητεία.

Σε ό,τι αφορά στους Δικαστές, σε περίπτωση ολιγωρίας στην έκδοση των αποφάσεων, διαφθοράς, ή εκβιασμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι Τοπικές Τιμητείες καταγγέλλουν τους υπόπτους στο Πρυτανείο με αιτιολογημένο ερώτημα παύσης τους. 
Το μέτρο αυτό λογίζεται προσωρινό και καθίσταται αμετάκλητο μόνο μετά τη παραπομπή των κατηγορουμένων από το Ακυρωτικό Δικαστήριο, που ακούει τις απολογίες τους, στα αρμόδια δικαστήρια της ίδιας ή άλλης Νήσου.   
 
142. Οι Τοπικές Τιμητείες συγκροτούν τα ανά Νήσο Κολλέγια των Ενόρκων, όπως νόμος ορίζει.


ΤΙΤΛΟΣ 6. – Δικαστική Εξουσία

143. Η απονομή δικαιοσύνης απόκειται αποκλειστικά στους νομιμοποιούμενους να ασκούν τη δημόσια εξουσία του δικάζειν κατά τη φύση των αρμοδιοτήτων τους.[σ80] Από την ισχύ αυτής της γενικής αρχής, δεν εξαιρούνται περιπτώσεις δημοσιονομικών προσόδων απαιτητών από μεσάζοντες ιδιώτες.[σ81]   

[σ80] “Non puo rendere giustizia se non chi e autorizzato dalia natura delle atribuzioni che legalmente esercita.” Πανηγυρική διατύπωση που εξειδικεύεται και από το επόμενο εδάφιο του άρθρου. 
[σ81] “[…] pur soggete le azioni civili del Fisco al paro dei Privati”: περιπτώσεις εκμίσθωσης των Δημοσίων (γαιο)προσόδων σε ιδιώτες μισθωτές, οι οποίοι ενδέχεται να ασκήσουν αυθαίρετη βία κατά των οφειλετών «εν ονόματι του Κράτους». 


144. Η Δικαστική εξουσία δεν δικαιούται να υποκαθίσταται στις λειτουργίες της Νομοθετικής. Δεν επιτρέπεται, επομένως, η οποιαδήποτε εκ μέρους της νομιμοποίηση εκτελεστικών πράξεων ή κανονισμών, ή η αναστολή εκτέλεσης της νομοθεσίας, ή η αλλοίωση του γράμματος του Νόμου με οίκοθεν ερμηνεία.

145. Η Δικαστική εξουσία έχει καθήκον να επισημαίνει «υπέρ του Νόμου»[σ82] τα αμφισβητήσιμα, ανακριβή ή και αντιφατικά σημεία της νομοθεσίας. Ομοίως, οφείλει να παρατηρεί ενδεχόμενα αρνητικά αποτελέσματα από την εφαρμογή του κείμενου Αστικού ή Ποινικού Νόμου. 
Σε ανάλογες περιπτώσεις η Δικαστική εξουσία υποβάλει τη γνώμη της στη Προβουλευτική Αρχή, που τη λαμβάνει υπόψει κατά την άσκηση των νομοπαρασκευαστικών της αρμοδιοτήτων.


[σ82] Η αρμοδιότητα αυτή είναι εσωστρεφής: δεν παράγει άμεσα αποτελέσματα για τους διοικούμενους. 

146. Οι συνεδριάσεις των Δικαστηρίων είναι δημόσιες, εξαιρουμένων ειδικών περιπτώσεων κατά τις οποίες η Δικαστική αρχή απαγορεύει τη δημοσιότητα για λόγους ευπρέπειας. 
Η διαδικασία λήψης απόφασης είναι μυστική. Οι Δικαστές διακηρύσσουν δημοσίως τις ετυμηγορίες και το σκεπτικό στο οποίο θεμελιώνονται. Η δημόσια αιτιολόγηση της απόφασης επεκτείνεται στην αναφορά του συγκεκριμένου χωρίου του νόμου, μετά την ολοκλήρωση του Αστικού Κώδικα. Έως τότε οι δικαστικές αποφάσεις θεμελιώνονται σε νόμο εν ισχύι, ή στη κοινή λογική. 
 
147. Ουδείς στερείται του φυσικού Δικαστού,[σ83] βάσει της νόμιμης δικαιοδοσίας. 


[σ83] “Nessuno puo essere distratto dal Tribunale che per legge gli e competente.” Αλλοιώνει το περιεχόμενο της ρύθμισης (ατομικό δικαίωμα) η μετάφραση του 2008: «Κανένας δεν μπορεί να διαφύγει[sic] από τη Δικαστική Αρχή…».

148. Ανεμπόδιστα ασκείται το δικαίωμα των αντιδίκων στη διαιτησία, κατόπιν ελεύθεσης αμοιβαίας εξουσιοδότησης. Ανάλογες διαιτητικές αποφάσεις ισχύουν χωρίς δυνατότητα άσκησης έφεσης ή αναίρεσης, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ρητής προηγούμενης επιφύλαξης των μερών. 

149. Νόμος ορίζει τους ανά τις Νήσους αριθμούς των «Κοινοτικών Κριτών»,[σ84] που αντιστοιχούν σε πόλεις, μπόργους και χωριά.[σ85] Οι Κοινοτικοί Κριτές εκλέγονται από το Πρυτανείο από ψηφοδέλτια με δύο υποψηφιότητες που υποβάλλουν οι κοινότητες χωριών[σ86] ή οι μπόργοι, κατά το νόμο. Οι Κοινοτικοί Κριτές των πόλεων εκλέγονται από το Πρυτανείο από ψηφοδέλτιο με δύο υποψηφιότητες που υποβάλλει ο Πρόεδρος του Κολλεγίου των Ενόρκων. Το Πρυτανείο αντικαθιστά τους Κοινοτικούς Κριτές κατά τη κρίση του.

[σ84] “Inspettori Comunali”, με σημερινή ορολογία Ειρηνοδίκες. Αποδίδονται ως «Επίσκοποι Κοινότητος» το 1804, και ως «Κοινοτικοί Επιθεωρητές» το 2008.  
[σ85] “[…] in ciascuna citta, borgo o villaggio”. 
[σ86] “dai comuni”: εδώ διαφαίνεται η ετυμολογία του τίτλου “Inspettore Comunale”.   


150. Νόμος ορίζει τους ανά τις Νήσους αριθμούς των «Αστικών Δικαστών»,[σ87] την αρμοδιότητά τους σε αντιδιαστολή με εκείνη των Κοινοτικών Κριτών, και το νόμιμο τρόπο άσκησής της.

[σ87] “Giudici Urbani”, σε αντιδιαστολή με τους «Κοινοτικούς» των κοινοτήτων-χωριών – και όχι (εκ) της Αστικής-Πολιτικής αρμοδιότητας.

151. Στις Νήσους Κέρκυρα, Αγ. Μαύρα, Κεφαλληνία, και Ζάκυνθο λειτουργούν Εμποροδικεία με αρμοδιότητα επί υποθέσεων εμπορικής ναυτιλίας. Στις ελάσσονες Νήσους λειτουργούν Εμποροδικεία με εκ του νόμου απονεμημένες αρμοδιότητες κατ’ αναλογίαν.

152. Τα Αρχοντεία της Υγείας υποκαθίστανται στη λειτουργία των Αστικών Δικαστών, σε περιπτώσεις αντιδικίας μεταξύ ατόμων σε προληπτικό υγειονομικό περιορισμό.[σ88]

[σ88] “[…] quando v’ insorgono controversie tra individui che sono in riserva”: εννοείται η (ιστορικά, 40ήμερη: “quarantina” ή καραντίνα) προληπτική παραμονή των επισκεπτών στα ανά τις Νήσους λοιμοκαθαρτήρια ή «Λαζαρέττα». 
Εσφαλμένη η απόδοση του 2008: «…όπου εγείρονται αντιδικίες μεταξύ ατόμων που η εκδίκαση της υπόθεσής τους εκκρεμεί».  


153. «Δικαστήρια» ονομάζονται τα ανά Νήσο λειτουργούντα Αστικά Πρωτοδικεία. Νόμος ορίζει τη συγκρότηση και την αρμοδιότητα, και τη δικονομία των Πρωτοδικείων.

Στην Κεφαλληνία, πρωτόδικα «Δικαστήρια» λειτουργούν στο Αργοστόλι και επιπλέον στο Ληξούρι. Εξαιρετικά, τούτο επιφορτίζεται με τις αρμοδιότητες του Εμποροδικείου σε δικαστικές υποθέσεις αμιγώς εμπορικού αντικειμένου στις οποίες αμφότεροι οι διάδικοι κατάγονται από το διαμέρισμα του Ληξουρίου.

154. Στις τέσσερις Νήσους Κέρκυρα, Αγία Μαύρα, Κεφαλληνία, και Ζάκυνθο λειτουργούν τα Αστικά Εφετεία. Νόμος ορίζει τη συγκρότησή τους, τη κατανομή σε αυτά του συνόλου των Νήσων κατά τοπική αρμοδιότητα,[σ89] και τη δικονομία τους. 
Μετά τη συμπλήρωση του δέκατου έτους εφαρμογής του Συντάγματος, το Νομοθετικό Σώμα νομιμοποιείται να συστήσει Αστικά Εφετεία σε μία ή περισσότερες από ελάσσονες τις Νήσους Παξούς, Κύθηρα, και Ιθάκη, στις οποίες δεν λειτουργούν αυτοτελώς.


[σ89] “La legge determina… le attribuzioni di questo Tribunale nelle respettive isole”: εννοείται η υπαγωγή των 3 νήσων που δεν διαθέτουν Εφετεία στα 4 λειτουργούντα. 

155. Τα Αστικά Εφετεία των τεσσάρων νήσων Κέρκυρα, Αγία Μαύρα, Κεφαλληνία, και Ζάκυνθος αποφαίνεται οριστικά επί υποθέσεων που παραπέμπονται από τα ομόλογά τους, σε περιπτώσεις που ορίζει ο Νόμος.

Ποινική και Επανορθωτική Δικαιοσύνη 

156. Κανείς δεν επιτρέπεται να συλληφθεί, παρά μόνο για να προσαχθεί ενώπιον του Πρύτανη.

157. Ο Πρύτανης δεν νομιμοποιείται να θέσει υπό κράτηση άτομο που έχει συλληφθεί και προσαχθεί ή αυθορμήτως παρουσιαστεί ενώπιόν του, χωρίς πράξη προσαγωγής ή ένταλμα σύλληψης εκδοθέν από δημόσιο λειτουργό νόμιμα εξουσιοδοτημένο, ή χωρίς διάταγμα δίωξης εγκεκριμένο από το Νομοθετικό Σώμα ή τη Γερουσία, κατά τη περίπτωση του άρθρου 127.  
 
158. Φρουρός ή δεσμοφύλακας δεν νομιμοποιείται να θέσει οποιονδήποτε υπό φρούρηση ή φυλάκιση χωρίς να του εγχειρισθεί η αντίστοιχη πράξη, ή ένταλμα ή διάταγμα, με τη θεώρηση του Πρύτανη. 
 
159. Κάθε προσαγωγή επιβάλλεται να είναι αιτιολογημένη. Κάθε ένταλμα σύλληψης ή διάταγμα δίωξης πρέπει να μνημονεύει το νόμο δυνάμει του οποίου εκδίδεται. Αντίγραφό του πρέπει να επιδίδεται στο συλληφθέντα.


160. Ο φρουρός ή δεσμοφύλακας μεριμνά υποχρεωτικά ώστε να θεωρηθεί η πράξη προσαγωγής ή το ένταλμα σύλληψης από το λειτουργό στον οποίο παραδίδει το κρατούμενο προς ανάκριση, με ένδειξη ημερομηνίας και ώρας.
  
161. Ομοίως, ο φρουρός ή δεσμοφύλακας καταχωρίζει χωρίς χρονοτριβή σε μητρώο παράδοσης και ανάληψης κρατουμένων τη νομιμοποιούσα τη κράτηση πράξη προσαγωγής ή ένταλμα σύλληψης – και να παραθέτει σε αντικριστό φύλλο το χρόνο παράδοσης και τη ταυτότητα του ανακριτή που ανέλαβε, τον αύξοντα αριθμό ανάκρισης του συγκεκριμένου ατόμου, και τον τόπο κράτησης.


162. Η ανάκριση του κρατουμένου πρέπει να ολοκληρώνεται εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη κήρυξή του υπό κράτηση με πράξη προσαγωγής, ή εντός τριάντα ωρών, σε περίπτωση εντάλματος σύλληψης ή διατάγματος δίωξης. 

163. Μετά το νόμιμο πέρας της ανάκρισης, ο φρουρός ή δεσμοφύλακας δεν δικαιούται να εμποδίσει την επικοινωνία του κρατουμένου με επισκέπτες του, παρά σε συμμόρφωση και με εξουσιοδότηση ειδικής εντολής απαγόρευσης, υπογεγραμμένης από Δικαστή. 

164. Κατάχρηση εξουσίας σε βάρος κρατουμένου υπό καθεστώς προσαγωγής ή σύλληψης, λογίζεται κακούργημα.

165. Υπαίτιοι για παράνομη διαταγή ή εκτέλεση προσαγωγής, σύλληψης ή κράτησης, χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση και αιτιολογία ή χωρίς νομιμοποιητική πράξη ή ένταλμα ή διάταγμα, και υπαίτιοι για κράτηση σε τόπο που δεν νομιμοποιείται ως δημόσιο κρατητήριο,[σ90] διαπράττουν το αδίκημα της αυθαίρετης κράτησης.

[σ90] “[…] in luoghi non stabiliti dal Governo”: εδώ λανθάνει η μνήμη των ιδιωτικών κρατητηρίων των φεουδαρχών. 

Οργάνωση της Ποινικής και Επανορθωτικής Δικαιοσύνης 

166. Κάθε Αστικός Δικαστής εκλέγει έναν Αναπληρωτή, για τον οποίο ευθύνεται.

167. Ο Αστικός Δικαστής εκδικάζει τελεσίδικα τα πλημελλήματα, κατά τις πρόνοιες του νόμου.

168. Επανορθωτικά Πταισματοδικεία δικάζουν ανά Νήσο τα αδικήματα που δεν επισύρουν ατιμωτικές ποινές.

Στη Κεφαλληνία ένα δεύτερο Επανορθωτικό Πταισματοδικαίο, εκτός εκείνου που εδρεύει στη πόλη του Αργοστολίου, εδρεύει στη πόλη του Ληξουρίου.  
 
169. Ανά τις Νήσους εκλέγονται, από τις Συγκλήτους, Πρόεδροι του Κολλεγίου των Ενόρκων, των οποίων τις δικαστικές αρμοδιότητες ορίζει ο Νόμος. 


170. Το Επανορθωτικό Πταισματοδικείο συγκροτείται από τον Αστικό Δικαστή, δύο Παρέδρους από τους κόλπους του Κολλεγίου των Ενόρκων, και έναν Δημόσιο Κατήγορο. Νόμος ορίζει τη δικονομία. 

171. Στο Επανορθωτικό Πταισματοδικείο πρόσκειται ένας Αρχειοφύλακας που εκλέγεται σε μυστική ψηφοφορία από τους τοπικούς Τιμητές εν συμβουλίω με τον Αστικό Δικαστή και το Πρόεδρο του Κολλεγίου των Ενόρκων, από ψηφοδέλτιο με τρεις υποψηφιότητες που συγκροτεί το Πρυτανείο.

172. Στις Νήσους όπου υπηρετούν περισσότεροι του ενός Αστικοί Δικαστές, οι λειτουργίες του Επανορθωτικού Πταισματοδικείου ασκούνται εκ περιτροπής ανά τριμηνία.   
 
173. Η εκδίκαση αδικημάτων που επισύρουν σωματικές ή ατιμωτικές ποινή, απόκειται στους Ενόρκους. 


174. Στις περιπτώσεις αδικημάτων που επισύρουν σωματικές ή ατιμωτικές ποινές, το Κολλέγιο των Ενόρκων αποφαίνεται με μία πρώτη σύνθεσή, εάν πρέπει να απαγγελθεί ή να απορριφθεί η κατηγορία. Με δεύτερη, διαφοροποιημένη σύνθεση, υπεισέρχεται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών ως εγκληματικής πράξης.[σ91]  
Στο Ποινικό Δικαστήριο[σ92] απόκειται η επιμέτρηση της ποινής κατά τις πρόνοιες του νόμου.


[σ91] “Un primo Collegio di Giurati riconosce se vi e luogo all’ accusa o no. Un secondo Collegio di Giurati riconosce il fatto e la delinquenza.”
[σ92] “Tribunale Criminale”
    
175. Οι Ένορκοι δύνανται να επαναδιοριστούν απεριόριστα.[σ93] Είναι ανακλητοί από το Κολλέγιο των Τιμητών.


[σ93] “[…] possono essere riconfermati indefinitamente”: το νόημα διαφέρει από την απόδοση του 2008, «διατηρούν το αξίωμά τους χωρίς χρονικό περιορισμό».

176. Ποινικά Δικαστήρια λειτουργούν ανά Νήσο. Συγκροτούνται από τρεις Δικαστές, συν δύο Πάρεδρους που εκλεγονται από τη Τάξη των Νομικών. 
Οι δικάζουσες συνθέσεις του Ποινικού Δικαστηρίου σχηματίζονται πάντα από τρία μέλη, εκ των οποίων το ένα είναι Πάρεδρος. Τα αργούντα μέλη αντικαθιστούν τα εν συνθέσει μέλη που εξαιρούνται δια νόμου.


177. Στο Ποινικό Δικαστήριο πρόσκειται ένας Δημόσιος Κατήγορος.

178. Ο Δημόσιος Κατήγορος διευθύνει την ακροαματική διαδικασία, υποστηρίζει το κατηγορητήριο, και αιτιολογεί τη σύμφωνα με το νόμο επιμετρημένη ποινή.

179. Οι αποφάσεις του Επανορθωτικού Πταισματοδικείου εφεσιβάλλονται ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου σε περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Για την εκδίκαση τέτοιων εφέσεων συνέρχεται σε ολομέλεια το Ποινικό Δικαστήριο.

180. Σε περίπτωση κωλύματος ή εξαίρεσης ενός ή περισσότερων μελών του Ποινικού Δικαστηρίου που εμποδίζει τη νόμιμη συγκρότησή του, καθήκοντα αναπληρωτή δύναται να ασκήσει οποιοσδήποτε Αστικός Δικαστής.

Ακυρωτικό Δικαστήριο

181. Στη Πολιτεία λειτουργεί ένα Ακυρωτικό Δικαστήριο συγκροτούμενο από επτά Δικαστές, που εκλέγονται από το Νομοθετικό Σώμα.

182. Στο Ακυρωτικό Δικαστήριο πρόσκειται ο Γενικός Εισαγγελέας που εκλέγεται από το Νομοθετικό Σώμα.

183. Συγκροτούμενοι σε σώμα, οι επτά Δικαστές εκλέγουν με μυστική ψηφοφορία και από τους κόλπους του Δικαστηρίου έναν Πρόεδρο. Ομοίως εκλέγουν Γραμματέα, που δεν προέρχεται από το Δικαστήριο.

184. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο εδρεύει εκ περιτροπής ανά διετία στις Νήσους Ζάκυνθο και Κεφαλληνία. Δια κλήρου προκύπτει η αρχική τοποθέτηση. Το έτος 1814 η Νήσος της Αγ. Μαύρας εξομοιώνεται με τις προαναφερόμενες Νήσους στη διαδικασία εκ περιτροπής ανά διετία εγκατάστασης του Ακυρωτικού Δικαστηρίου.[σ94]

[σ94] Η σημασία της προήγησης δια κλήρου έγκειται στο ότι μεταξύ 1804-1814 μεσολαβούν 5 διετίες, οπότε (αν το 1814 το Δικαστήριο πρόκειται να εδρεύσει πρώτη φορά στη Λευκάδα) ο πρώτος στη προνομιακή σειρά Κεφαλληνία-Ζάκυνθος  παίρνει 3 θητείες έναντι 2 του δεύτερου.    

185. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο εξαφανίζει τις αποφάσεις κατώτερων δικαστηρίων εάν κρίνει ότι έχουν εκδοθεί κατά παράβαση κανόνα τους Κώδικα Αστικής ή Ποινικής Δικονομίας, η οποία επισύρει εξαφάνιση.

186. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται επουδενί στην ουσία της υπόθεσης. Κατ’ εξαίρεσιν νομιμοποιείται να εξαφανίσει ποινικές αποφάσεις μόνο σε περίπτωση ευθείας αντίθεσης τους με διατάξεις του Ποινικού ή Επανορθωτικού Κώδικα. Νόμος ορίζει τις διαδικασίες με τις οποίες το Ακυρωτικό Δικαστήριο αναπέμπει αστικές και ποινικές υποθέσεις στον αρμόδιο Δικαστή.

Ανώτατο Συμβούλιο της Επικρατείας

187. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο προσλαμβάνει χαρακτήρα Ανωτάτου Συμβουλίου της Επικρατείας στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(1) Επί εσχάτης προδοσίας ή αδικημάτων κατά του Κράτους.
(2) Εφόσον απαγγελθεί κατηγορία για αδίκημα που επισύρει σωματική ή ατιμωτική ποινή σε εν ενεργεία Νομοθέτη, Γερουσιαστή, Τιμητή, ή μέλος Πρυτανείας.
(3) Εφόσον απαγγελθεί κατηγορία κατά δημόσιου λειτουργού για αδίκημα κλοπής, ληστείας, κατάχρησης, διασπάθισης δημοσίου χρήματος, ή κιβδηλείας.[σ95]


[σ95] “di falso” 

188. Κατηγορία επί εσχάτη προδοσία ή αδίκημα κατά του Κράτους, απαγγέλλεται με τρεις τρόπους:
(1) Βάσει κατηγορητηρίου που απαγγέλλει το Νομοθετικό Σώμα.
(2) Βάσει κατηγορητηρίου που απαγγέλλει η Γερουσία, απευθείας ή προτάσει του Κολλεγίου των Τιμητών της Πολιτείας, που εδράζεται σε σχετική αναφορά τοπικής Τιμητείας. Στη τελευταία περίπτωση η κατηγορία νομιμοποιείται μόνο επί αδικημάτων που διαπράχθηκαν στη Νήσο, της οποίας η Τιμητεία τη κίνησε. 
(3) Βάσει κατηγορητηρίου που απαγγέλλεται απευθείας από τη Τιμητεία της Πολιτείας, σύμφωνα με το νόμο.


189. Ενώπιον των Ποινικών Δικαστηρίων των Ενόρκων εκδικάζονται υποθέσεις ιεραρχικώς κατώτερων δημόσιων λειτουργών που παραπέμπονται για αξιόμεμπτη διοίκηση, διαφθορά, απάτη, κατάχρηση, ληστεία, διασπάθιση δημοσίου χρήματος, παράβαση καθήκοντος και άλλα παρόμοια αδικήματα. 
 
190. Στην αρμοδιότητα του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, ως Ανωτάτου Συμβουλίου της Επικράτειας, ανήκει η εποπτεία των Αστικών και Ποινικών Δικαστηρίων της Πολιτείας και των Συμβολαιογράφων του Κράτους. 


191. Ο Γενικός Εισαγγελέας στο Ανώτατο Συμβούλιο της Επικρατείας, διευθύνει την ακροαματική διαδικασία, υποστηρίζει το κατηγορητήριο, και αιτιολογεί την επιμέτρηση της ποινής. Ευθύνεται για την νομιμότητα των πράξεων, που δεν νομιμοποιούνται δίχως την ανθυπογραφή του. Δεν δικαιούται να αρνηθεί συνυπογραφή, αλλά επιτρέπεται να επισημειώσει αιτιολογημένα τη διαφωνία του.

192. Επί ποινικών υποθέσεων που εκδικάζονται από το Ανώτατο Συμβούλιο της Επικρατείας, συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου κατάλογος Ενόρκων, αποκλειστικά από τους Συνταγματικούς Ευγενείς που έχουν διατελέσει Δικαστές ή Δημόσιοι Λειτουργοί.

ΤΙΤΛΟΣ 7. Γενικές Διατάξεις

193. Το Σύνταγμα εγγυάται το απαραβίαστο της ιδιοκτησίας.

194. Διαρκούσης της νυκτός, οι ιδιωτικές οικίες προστατεύονται με απαραβίαστο άσυλο. Ουδείς νομιμοποιείται να εισέλθει, παρά μόνο με αίτηση της ενοικούσας οικογένειας, ή με διαταγή των νόμιμων αρχών. 
Καμία κατ’ οίκον επίσκεψη δεν πραγματοποιείται χωρίς ρητή πρόνοια του Νόμου, και χωρίς νόμιμο ένταλμα υπογεγραμμένο από αρμόδιο δημόσιο λειτουργό, που εξουσιοδοτεί ορισμένο πρόσωπο για ορισμένο αντικείμενο.


195. Καθένας έχει το δικαίωμα αναφοράς προς υποβολή αιτήματος, τηρώντας το ενυπόγραφο και τους κανόνες ευπρέπειας, σε όλες ανεξαιρέτως τις Δημόσιες Αρχές, και ιδίως στις Τοπικές και τη Γενική Τιμητεία.
Το ίδιο δικαίωμα δεν επιτρέπεται να ασκείται συλλογικά από μερικότερα ή ιδιωτικά Σωματεία.


196. Οποιαδήποτε ένοπλη συνάθροιση ή ύποπτη συνέλευση ατόμων που θίγει ζητήματα αρμοδιότητας της Κυβέρνησης θεωρείται επιβουλή κατά της δημόσιας ασφάλειας και του Συντάγματος.

197. Οι εκ του Συντάγματος θεσμοθετημένες Αρχές με διαφοροποιημένες αρμοδιότητες απαγορεύεται να συνέρχονται από κοινού προς λήψη αποφάσεων πέραν των προβλεπόμενων δια νόμου περιπτώσεων.

198. Το έτος 1810 οριστικοποιείται η εφαρμογή ομοιόμορφων νόμων και κανονισμών περί στοιχειώδους παιδείας ανά την Επικράτεια. Κατά περίπτωση [ως τότε] παραμένουν εν ισχύι οι αρχαιότεροι Κοινοτικοί κανονισμοί.[σ96]

[σ96] Και πάλι οι “regolamenti municipali particolari a ciascun’ isola”.

199. Το έτος 1810 οριστικοποιείται πλήρως η χρήση κοινών μέτρων και σταθμών.

200. Η νομιμοφροσύνη της Εθνοφυλακής είναι αυτονόητη. Ένοπλα σώματα δεν νομιμοποιούνται να διαβουλεύονται.

201. Τα αδικήματα κατά τη στρατιωτική υπηρεσία υπόκεινται σε ιδιαίτερη ποινική μεταχείριση που καθιερώνεται στο Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα.[σ97]

[σ97] “dal codice militare”

202. Με τη παραπάνω εξαίρεση, σε κάθε περίπτωση τα ίδια αδικήματα τιμωρούνται απροσωπόληπτα, κατά τις ίδιες ποινικές διαδικασίες και ποινές.

203. Κανείς δεν επιτρέπεται να κλητευθεί σε δίκη, να κατηγορηθεί, συλληφθεί και φυλακιστεί, εάν δεν έχει υποπέσει σε αυτόφωρο αδίκημα, ή και στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που ορίζει ο νόμος. 

204. Κανείς δεν καταδικάζεται χωρίς να κλητευθεί και απολογηθεί.

205. Ο νόμος δεν πρέπει να επιβάλλει τιμωρίες που δεν είναι απολύτως απαραίτητες και ανάλογες του αδικήματος.

206. Ουδείς νόμος παράγει αναδρομικά αποτελέσματα.

207. Ενεργής Ευγενής ο οποίος αποποιείται δημόσια λειτουργία, καταδικάζεται σε πρόστιμο καθορισμένο δια νόμου. Η Γερουσία δύναται να παραλείψει τον καταλογισμό, με τεκμηριωμένη πρόταση της Γενικής Τιμητείας.

208. Στο σύνολό τους οι Δημόσιες Αρχές περιβάλλονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους επίσημη και διακεκριμμένη ενδυμασία.  

209. Νόμος ορίζει τις μηνιαίες αποδοχές των δημόσιων λειτουργών. Ουδείς δύναται να τις αποποιείται.[σ98]

[σ98] Ρύθμιση δημοκρατικού χαρακτήρα: η αποποίηση μισθού των πλουσιότερων, εκθέτει τους φτωχότερους λειτουργούς και φαλκιδεύει τη λειτουργία του πολιτεύματος.     

210. Κανένα δημόσιο αξίωμα δεν είναι πωλητό ή κληρονομητό, ούτε ασκείται καθ’ υποκατάσταση. 

211. Από το έτος 1810 ουδείς δύναται να εγκαινιάζει σταδιοδρομία Δημόσιου Λειτουργού αν δεν γνωρίζει ανάγνωση και γραφή στη δημώδη γλώσσα του Ελληνικού Έθνους.[σ99] Στη γλώσσα αυτή διατυπώνονται κατ’ αποκλειστικότητα οι δημόσιες πράξεις της Πολιτείας στο σύνολό τους από το έτος 1820.

[σ99] “[…] nella lingua nazionale greca volgare”: μνημειώδης ρύθμιση – που «επιλύει» το Γλωσσικό πριν εκείνο επινοηθεί. 

212. Το Σύνταγμα επιφυλάσσει στη Γερουσία το δικαίωμα απονομής χάριτος σε άτομα που θα καταδικαστούν στο μέλλον και αμετάκλητα στη κεφαλική ποινή. 
Ειδικός νόμος διαγράφει τα όρια, τις περιστάσεις, τις διατυπώσεις, και την αιτιολόγηση της χάριτος.


Κέρκυρα, κατά τη 18η/30η Νοεμβρίου 1803.
Ιωάννης Πετριτσόπουλος, Πρόεδρος.
Αντζίολος Χαλικιόπουλος, Εισηγητής.
Χριστόδουλος Ντόρια Προσαλένδης.
Νικόλαος Πολίτης.
Διονύσιος Μαρτινέγκος.
Διονύσιος Ρώμας.
Θεόδωρος Σιγούρος, Γραμμ.[ατέας] της Συντακτικής Επιτροπής
Ο Συντάκτης Γραμματέας, Ι.Φ. Τζουλάτης.



*Την 23η Νοεμβρίου/5η Δεκεμβρίου 1803

Συντακτική Εθνοσυνέλευση της Επτανήσου Πολιτείας.

Το Συντακτικό Νομοθετικό Σώμα της Επτανήσου Πολιτείας: 
Αφού πραγματοποιήθηκε από τη Συντακτική Επιτροπή η εισήγηση του Σχεδίου Συντάγματος που αναλύεται σε Επτά Τίτλους και  διακόσια δώδεκα άρθρα,
Αφού συζήτησε και ενέκρινε αναλυτικά κατ’ άρθρον, 
Αφού τυπικά και πανηγυρικά επικύρωσε το προταθέν Σύνταγμα, δυνάμει της εντολής και εν ονόματι του Επτανησιακού Έθνους,
ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΕΙ
Ότι το Σύνταγμα ολοκληρώθηκε, και αποκλείεται όποιαδήποτε προσθήκη ή αφαίρεση.
Η Γερουσία καλείται να παρουσιάσει το καθιερωμένο Σύνταγμα, δια του Εντεταλμένου της Πολιτείας στην Αγ. Πετρούπολη, που περιβλήθηκε προς το σκοπό αυτό με έκτακτη εξουσιοδότηση, στην ΑΥΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΤΑ, ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ πασών των Ρωσιών, με τη παράκληση της αποδοχής και καθιέρωσής του από κοινού με την ΥΨΗΛΗ ΠΥΛΗ, συμφώνως προς τα οριζόμενα στην ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΘΗΚΗ της 21ης Μαρτίου 1800.
Δημήτριος Πετριτσόπουλος, Πρόεδρος.
Ο Συντάκτης Γραμματέας, Ι.Φ. Τζουλάτης.



*Την ίδια ημέρα,

Η Πράξη επιβεβαιώνεται με ιδιόχειρες υπογραφές των Αντιπροσώπων των Επτά Νήσων, με τη μόνη προσθήκη του ακόλουθου,

Πρόσθετο Άρθρο 
(1) Νομιμοποιείται η Νομοθετούσα Αρχή που θα συγκροτηθεί το μήνα Απρίλιο του έτους 1806, προς επίτευξη σοφώτερων ρυθμίσεων, να τροποποιήσει άρθρα που δεν κρίνονται θεμελιώδη κατά την ενυπάρχουσα στο Σύνταγμα ιεράρχηση.[σ100]     
Θεμελιώδεις ρυθμίσεις του Συντάγματος θεωρούνται οι αφορώσες: 
– Στη σύσταση, τη μορφή, και το θεμέλιο της Πολιτείας, δηλαδή άπαντα κατά γράμμα τα άρθρα του Πρώτου Τίτλου.
– Στη σύσταση, την αρμοδιότητα, και τις διαδικασίες των Συγκλήτων. 
– Στη διάκριση με αμοιβαίο έλεγχο και εξισορρόπηση τριών Εξουσιών: Νομοθετικής, Εκτελεστικής, Δικαστικής.
– Στη σύσταση της Τιμητείας, της Γενικής και των τοπικών. 
– Στη σύσταση της Προβουλευτικής Αρχής.
– Στις αρμοδιότητες της Προβουλευτικής Αρχής, της Γερουσίας και του Πρίγκιπα, της Νομοθετούσας Αρχής, της Γενικής Τιμητείας, και των τοπικών Πρυτανείων.
– Στη θεσμοθέτηση της Δημόσιας Παιδείας, στοιχειώδους και κεντρικής. 
– Στην αποφασιστική αρμοδιότητα και το ασυμβίβαστο τοπικής καταγωγής των διοικούντων ανά Νήσο Πρυτάνεων. 
– Στη σύσταση και τις έδρες Ακυρωτικού Δικαστηρίου.
– Στην απαγόρευση ανάδειξης Πρίγκηπα της Γερουσίας και Πρύτανη Κέρκυρας από μία και την αυτή Νήσο. 
– Στους κατοχυρωμένους ανά Νήσους αριθμούς μελών της Νομοθετούσας Αρχής και της Γερουσίας.   
(2) Η Αναθεώρηση δεν επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί χωρίς αιτιολογημένη εισήγηση της Γερουσίας ή της Προβουλευτικής Αρχής, στα αντιστοιχούντα στις αρμοδιότητές τους άρθρα. Ανάλογες εισηγήσεις συνοδεύονται υποχρεωτικά από γνωμοδότηση της Γενικής Τιμητείας.
Για την επικύρωση αναθεώρησης απαιτείται ενισχυμένη πλειοψηφία δύο τρίτων του Νομοθετικού Σώματος.


[σ100] “[…] di quegli articoli di disciplina della costituzione che non sono fondamentali”

Δημήτριος Πετριτσόπουλος, Πρόεδρος – Αγία Μαύρα.
Ιωάννης Βελλιανίτης, Πρόεδρος της Συντακτικής Επιτροπής – Παξοί.
Αντζίολος Χαλικιόπουλος, Εισηγητής της Συντακτικής Επιτροπής – Κέρκυρα.
Χριστόδουλος Ντόρια Προσαλένδης, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής – Κέρκυρα.
Μάρκος Χαλικιόπουλος, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής – Αγ. Μαύρα.
Νικόλαος Πολίτης, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής – Κέρκυρα.
Διονύσιος Μαρτινέγκος, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής – Ζάκυνθος.
Διονύσιος Ρώμας, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής – Ζάκυνθος.
Ιω. Φραγκίσκος Τζουλάτης, γραμματέας της Συντακτικής Επιτροπής– Κεφαλληνία.
Θεόδωρος Σιγούρος, γραμματέας της Συντακτικής Επιτροπής – Ζάκυνθος.
Αντώνιος Αγραπιδάκης, Πρόεδρος Επιτροπής Επικουριών – Ζάκυνθος.
Στέλιος Δρ. Βλασσόπουλος, Εισηγητής Επιτροπής Επικουριών – Κέρκυρα.
Ιάκωβος δρ. Χαλικιόπουλος Μάντζαρος, Επιτροπή Επικουριών – Κέρκυρα.
Μαρίνος Μεταξάς Αντζολάτος, Επιτροπή Επικουριών – Κεφαλληνία.
Άγγελος Μαρία Τζίλιι, Επιτροπή Επικουριών – Αγ. Μαύρα.
Ιωάννης Κουερίνης, Επιτροπή Επικουριών – Ζάκυνθος.
Αναστάσιος Φλαμπουριάρης, γραμματέας της Επιτροπής Επικουριών – Ζάκυνθος.
Κόζιμο Βαλσαμάκης, γραμματέας της Επιτροπής Επικουριών – Κεφαλληνία.
Νατάλε Δομενεγίνης, Αντιπρόσωπος – Ζάκυνθος.
Στέλιος Κυριάκης, Αντιπρόσωπος – Κέρκυρα.
Βίκτωρ Κεκκάτος, Αντιπρόσωπος – Κέρκυρα.
Ιωάννης Κρασάς, Αντιπρόσωπος – Κεφαλληνία.
Νικόλαος Λογοθέτης, Αντιπρόσωπος – Ζάκυνθος.
Γεράσιμος Καμπίτσης, Αντιπρόσωπος – Κεφαλληνία.
Βίκτωρ Γαγγάδης, Αντιπρόσωπος – Κέρκυρα.
Σπυρίδων Γιαλλινάς, Αντιπρόσωπος – Κέρκυρα.
Ιωάννης Λεονταρίτης, εκ Ζακύνθου. (ελληνιστί)
Ιωάννης Λαζαρέτης, Αντιπρόσωπος – Κύθηρα.
Γεώργιος Στάης, Αντιπρόσωπος – Κύθηρα.
Ιωάννης Βιτάλης, Αντιπρόσωπος – Ζάκυνθος.
Ιωάννης Μαρίνος, Αντιπρόσωπος – Αγ.Μαύρα.
Κό.[μης] Γεράσιμος δε Κλαδάς, Αντιπρόσωπος – Κεφαλληνία.
Νικόλαος Βρεττός, Αντιπρόσωπος – Ιθάκη.
Στέφανος Θεοτόκης, Αντιπρόσωπος – Κέρκυρα.


Τέσσερις Αντιπρόσωποι της Κεφαλληνίας δεν παρέστησαν λόγω κωλύματος από ασθένεια.

Για το Ακριβές Αντίγραφο

Ο Γραμματέας της Συντακτικής Επιτροπής 
Ι.Φ. Τζουλάτης


Ο Γενικός Γραμματέας
Κό.[μης] Καποδίστριας